Jul 3, 2009

Η πόλη των κουρδιστών κουτιών (όλο)


Έχετε βρεθεί ποτέ σε μια πόλη της οποίας οι κάτοικοι να ζουν μέσα σε κουρδιστά κουτιά;Ακούγεται περίεργο;


Σε μια πόλη γεμάτη τετράγωνα, ορθογώνια, τριγωνικά κουτιά, χρωματιστά, με κορδέλες, χωρίς κορδέλες, τυλιγμένα μέσα σε φανταχτερά χαρτιά ή εντελώς γυμνά όπως γυμνά είναι τα κεφάλια των κατοίκων της; Γιατί σε μια τέτοια πόλη μόνο φαλακροί κάτοικοι θα μπορούσαν να υπάρχουν. Άντρες και γυναίκες –ευτυχώς δεν βλέπεις παιδί ούτε για δείγμα σε αυτές τις πόλεις, τουλάχιστον όχι ακόμη- δίχως ούτε μία τρίχα στο κεφάλι τους. Με κοκκινωπό απαλό δέρμα και κατακτητικά ολόστρογγυλα μάτια. Έχετε λοιπόν; Φαντάζομαι πως η αρχική ερώτηση θα ξεχάστηκε, ίσως επειδή κι εγώ ο ίδιος έχω λίγο αδύναμη μνήμη. Την επαναλαμβάνω λοιπόν: Έχετε ποτέ βρεθεί σε μία πόλη της οποίας οι κάτοικοι να ζουν μέσα σε κουρδιστά κουτιά; Και νομίζω ξέχασα να διευκρινίσω που ακριβώς βρίσκεται το κουρδιστήρι αλλά και τι ακριβώς κάνει. Το κουρδιστήρι πρώτον και κυριότερο είναι τεράστιο, πολλές φορές χρειάζεται η δύναμη πολλών ανθρώπων μαζί για να στρίψει και να δώσει στο κουτί τη σωστή λειτουργία που πρέπει και άλλες φορές –αυτό κι αν είναι περίεργο- αρκεί μόνο ένα ξαφνικό τυχαίο σπρώξιμο ενός και μόνο ανθρώπου για να πάρει εμπρός. Τι έλεγα; Α, ναι..Αν αυτές οι διακοπές μνήμης συνεχίσουν να με ταλαιπωρούν τότε πραγματικά απορώ πως θα μπορέσω να σας διηγηθώ αυτά που θέλω για αυτήν την πραγματικά περίεργη πόλη.



Ήταν ένα από αυτά τα κρύα πρωινά που δεν τολμάω να βγω έξω και μένω να χουχουλιάζω μπροστά στο αναμμένο τζάκι παρέα με το λαπτοπ. Μόνο που εκείνη τη μέρα δεν μπορούσα να βρω ησυχία πουθενά. Όλα με ενοχλούσαν. Ο τρόπος που η φωτιά έτριζε στο τζάκι, το πόσο αργή ήταν η σύνδεση στο διαδίκτυο ως και τα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στο κομμάτι του ουρανού πάνω από το σπίτι μου. Είχα έναν από εκείνους τους εκνευρισμούς που με πιάνουν όλο και συχνοτέρα όσο μεγαλώνω και με κάνουν να είμαι ακόμη πιο ανυπόμονος απ’ ότι όταν ήμουν νέοτερος. Δεν άργησα πολύ να ντυθώ και να βρεθώ έξω, σε έναν περίπατο εντελώς άσκοπο. Είμαι ένας από εκείνους τους μανιώδεις περιπατητές που σαν ενοχλητικά έντομα βουίζουν απαλά και νυσταγμένα γύρω από τους δρόμους της πόλης, χαζεύοντας και παρατηρώντας με ευλάβεια μυρμηγκιού τα πρόσωπα γύρω τους και τις χαραγματιές κάθε πλάκας που είναι στρωμένη κάτω από τα πόδια τους. Τα πάντα είναι ένα θαύμα για αυτούς και για μένα φυσικά. Ακόμα και αν ένα πράγμα το έχω δει εκατό φορές, έχω την ικανότητα να συναισθάνομαι το μοναδικό βάρος και της ελάχιστης αλλαγής του, αυτής που άλλοι άνθρωποι ίσως θα χρειάζονταν μήνες ή και χρόνια για να προσέξουν. Ήδη μιλάω σα να ανήκω σε κάποια ξεχωριστή φυλή, τη φυλή των περιπατητών και μάλιστα σα να θεωρώ τη φυλή μου ανώτερη κατά κάποιο τρόπο –ή και πολλούς τρόπους- από τις άλλες ανθρώπινες φυλές. Μόνο που γνωρίζω πια πώς να κρύβω καλά το ναρκισσισμό μου. Δε νομίζω πως μπορεί εύκολα ένας άνθρωπος να συγκινηθεί ή να σταθεί εμβρόντητος μπροστά από ένα πόμολο παραδείγματος χάριν. Αυτό το πόμολο είναι διάστικτο σήμερα από τα ίχνη του ψιλόβροχου.. Τρίζει με διαφορετικό ήχο ή είναι το ίδιο ακριβώς πόμολο με το χθεσινό. Με πιάνουν κρυφά ρίγη μόνο και μόνο που ξέρω ότι το βλέμμα μου θα σταθεί πάνω του και θα δει την ανεπαίσθητη διαφορετικότητα αμέσως. Νομίζω πως ενδόμυχα θαυμάζω τον εαυτό μου για αυτήν του την ικανότητα. Τα πάντα είναι πηγή συγκινήσεων για μένα αρκεί να βρίσκονται στους δρόμους οπου καθημερινά περπατάω.


Και πάλι φλυαρώ.. Ένας άνθρωπος τόσο μοναχικός που βρίσκει απολαυστικούς τους μακρινούς περιπάτους μέσα σε μια θορυβώδη πόλη, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει εκτός από φλύαρος όταν δώσει ο ίδιος στον εαυτό του την ευκαιρία να μιλήσει;


Ας συνεχίσω όμως γιατί πραγματικά πρέπει να σας πω για την πόλη των κουρδιστών κουτιών. Βρίσκεται πολύ κοντά σας, πολύ πιο κοντά απ’ότι πιστεύετε, αν βουτήξετε ίσως το κεφάλι σας μέσα στον αέρα που σας περιβάλλει, όπως τα πουλιά βουτούν το μικροσκοπικό κεφάλι τους μέσα στο νερό, ίσως τότε τη δείτε. Αρκεί να μπορέσετε να αισθανθείτε πως σκίζετε το παραπέτασμα της ατμόσφαιρας γύρω σας και μπαίνετε μέσα σε μια άλλη ατμόσφαιρα. Σε κάτι διαφορετικό. Σε κάτι που δεν έχει αέρα Το γνωρίζω πως είναι ιδιαίτερα δύσκολο αλλά το μυστικό πιστεύω είναι πως χρειάζεται να έχετε όλες τις αισθήσεις σας να δουλεύουν στο φουλ, όπως λέμε , σα μια γιγαντιαία μηχανή μέσα σας που να είναι έτοιμη από λεπτό σε λεπτό να σας κάνει κομμάτια αν παρακούσετε την κατεύθυνση του θορύβου της και τις προειδοποιήσεις των βρυχηθμών της. Αυτοί οι βρυχηθμοί ακριβώς λειτουργούν και ως αντέννες, επομένως αν τυχόν ο ήχος τους γίνει ξεκάθαρος προσποιηθείτε πως δε φοβάστε καθόλου και δώστε τους μια ευκαιρία να δείξουν τι ακόμη μπορούν να κάνουν. Για να μπορέσετε να δείτε κι εσείς τι μπορείτε να αντέξετε..


Μα πρέπει να συνεχίσω και να εξηγήσω πως ακριβώς βρήκα τυχαία την πόλη των κουρδιστών κουτιών. Είναι πια ολοφάνερο σε μένα πως επρόκειτο για συνάντηση και πως δεν είχα σκοντάψει τυχαία για να βρεθώ σε αυτό το μέρος. Ούτε με είχε σπρώξει κανείς, όσο κι αν πάσχιζα να στραβοκοιτάξω πάνω από την πλάτη μου, ξεσκονίζοντας το πανωφόρι μου. Κάτι που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω καλά, με είχε τραβήξει προς τα εκεί. Χρειάστηκε όμως να περάσει αρκετός καιρός για να φτάσω σε ένα τέτοιο, λίγο περίεργο, συμπέρασμα. Αναγνωρίζω πως καμία συνάντηση δεν ενέχει το στοιχείο του τυχαίου, όλες γίνονται για κάποιο λόγο. Ο δικός μου λόγος δεν υπήρχε καν τότε, χρειάστηκε να τον δημιουργήσω εγώ και να φυσήξω πάνω του για να αισθανθούν λιγάκι και εκείνες οι βαριεστημένες πνοές μου πως έχουν λόγο ύπαρξης. Και χρειάστηκε να καταλάβω πολλά πράγματα που έκρυβε ο ίδιος μου ο εαυτός μου, ώστε να είμαι σε θέση να γνωρίζω πια πως μέσα στο σώμα μου, μέσα στα ίδια μου τα κόκκαλα, πίσω από τις εύθραυστες φλέβες και τους μπλεγμένους δρόμους των άσχημων αγγείων μου, κατοικεί ένας άνθρωπος δίχως πολλαπλά πρόσωπα, δίχως καθρεφτισμούς και παιχνίδια αντικατοπτρισμών, όπως πίστευα ως τότε. Ένας μόνος άνθρωπος χωρίς καν πολλά στρώματα δέρματος, που έτρωγε ήσυχα το φαγητό του, έξυνε σα σκυλί τις πέτσες που ξεφλούδιζαν σαν παλιό χαρτί πίσω από το αυτιά του, μιλούσε ακατάπαυστα στον έναν και μοναδικό εαυτό του και πάλευε με το τρίτο χέρι που ξεφύτρωνε ώρες ώρες άγριο μέσα από το στέρνο του, απειλώντας να τον αρπάξει και να τον πνίξει χτυπώντας τον κάτω σαν ολόφρεσκο ψάρι. Ήταν η εποχή που βάλθηκα να ανακαλύψω μυστικά υπολείμματα από λέπια στο γυμνό σώμα μου. Το μπάνιο μου διακοσμήθηκε με έναν ολόσωμο σκαλιστό καθρέφτη πάνω στον οποίο ξάπλωνα κοιτώντας από απόσταση αναπνοής κάθε πόρο της επιδερμίδας μου, πασχίζοντας να βρω ένα σημάδι από κάποιο ξεχασμένο πτερύγιο και αφουγκράζομενος σαν προσευχή την αναπνοή μου, όντας σίγουρος πως θα αναγνωρίσω στο γαργαριστό παραπονεμένο τελειωμά της, τα παλλόμενα ίχνη από τα κρυφά βράγχια που φύτρωναν σαν αποικία βρύων μέσα στα πνευμόνια μου.


Τι αποκάλυψη και τι αλυσίδα εκρήξεων έφερε αυτό το αντίκρυσμα στα πιο βαθιά μέρη του μυαλού μου, εκείνα που μόνο εγώ γνωρίζω πως υπάρχουν και αναδεύονται σα σκοτεινές λίμνες, κάθε φορά που αναστατώνομαι. Δυσάρεστα ή ευχάριστα. Και οι αναστατώσεις είναι πανομοιότυπα εξεγερτικές μέσα μου.


Βρισκόμουν κοντά στην είσοδο του μετρό και κατευθυνόμουν προς τη δεξιά πλευρά όπου βρίσκονταν οι κυλιόμενες σκάλες. Έψαχνα νευρικά για μερικά ψιλά στην τσέπη μου, συλλογιζόμενος πως πάλι, όπως συνήθως, είχα ξεχάσει να πάρω το πορτοφόλι μαζί μου και τι θα έκανα τώρα, είχα ήδη κουραστεί από τη μακρινή πορεία μου, σήμερα το παράκανα στα αλήθεια, τα πόδια μου αδυνατούσαν να με γυρίσουν όλη αυτή τη διαδρομή πίσω. Κι ένα ψιλό ψιλό χιόνι, ότι είχε αρχίσει να πέφτει, εκνευρίζοντάς με ακόμη περισσότερο. Φυσικά οι κυλιόμενες σκάλες είχαν κολλήσει, το περίεργο θα ήταν να τις έβρισκα να λειτουργούν. Έπρεπε να κατέβω από τις άλλες που ήταν πάντα γεμάτες βιαστικό κόσμο, πόδια που έτρεχαν και χέρια που άνοιγαν νευρικά χώρο. Αυτές οι σκάλες με κάνουν να θέλω να κολλήσω στον τοίχο και να μην κουνηθώ από εκεί,κλείνοντας σφιχτά τα μάτια μου. Προτιμώ πολλές φορές να κολυμπήσω ανάποδα στο πεζοδρόμιο της κεντρικής πλατείας με τους περαστικούς να μού πετούν κέρματα , παρά να αναγκαστώ να κατέβω αυτές τις σκάλες. Μα πραγματικά τις μισώ, είναι ανακούφιση μόνο και μόνο να το λέω. Τόσο σκληρές, γκρίζες και βρωμερές, μπορώ να ακούσω τα κολλημένα φτύματα επάνω τους , να πλησιάζουν το ένα το άλλο, κάποια στιγμή ένα γιγαντιαίο σάλιο θα τρέξει από αυτές τις σκάλες ξεπλενοντάς μας όλους προς την κοντινότερη αποχέτευση. Τρέχοντας σχεδόν κατέβηκα τους δύο ορόφους για το υπόγειο, φροντίζοντας να μην αγγίξω ούτε στο ελάχιστο την μαύρη σιδερένια κουπαστή τους που γυάλιζε σαν απειλητικό φιδίσιο δέρμα. Το φως της ημέρας όλο και ελαττωνόταν καθώς οι σκάλες ανοίγονταν προς τα κάτω και στο τελευταίο σκαλί είχε πια εξαφανιστεί εντελώς και είχε αντικατασταθεί από το υποκίτρινο χρώμα του φτηνού χρυσού. Οι τεράστιες λάμπες φθορίου, τσίριζαν σαν χιλιάδες έντομα να είχαν παγιδευτεί μέσα στα καπάκια τους και τώρα προσπαθούσαν όλα μαζί να οργανώσουν την εξοδό τους στο αργό παλιρροιακό κύμα της πνιγερής ατμόσφαιρας που αγκάλιαζε σχεδόν λατρευτικά την αποβάθρα κάτω από τη γη. Αναστέναξα λίγο έντρομος αλλά και λίγο αποφασισμένος να διασκεδάσω ως ταξιδιώτης της τεράστιας υπόγειας σήραγγας. Οι δυο πλευρές της έχασκαν κατάμαυρες μπροστά μου η μία δεξιά, η άλλη αριστερά και εγώ ήδη φανταζόμουν μυθικές πόλεις φίσκα στους τρικέφαλους κέρβερους να ζορίζονται πατημένες κάτω από τις ράγες, ανασαίνοντας και συζητώντας σιωπηλά μεταξύ τους, στη γλώσσα εκείνη που μόνο οι αντηχήσεις από τους κρότους των μεταλλικών σιδηροτροχιών μπορούσαν να σκεπάσουν. Έχω βρεθεί και νύχτα στο μετρό και ξέρω τι σας λέω. Είναι ανατριχιαστικό το πόσο αραιά περνάνε τα τρένα και το τι μπορώ να ακούσω στο ενδιάμεσο της απουσίας τους.


Δεν θα είχα προσέξει τη μικρή σκούρα καμπύλη ακριβώς στο σημείο που τελείωναν οι σκάλες, αν το πόδι μου δεν είχε γλυστρήσει κάπου, αναγκάζοντάς με να κρατήσω σφιχτά το κιγκλίδωμα δίπλα μου και γέρνοντας όλο το σώμα μου σε μια αστεία προσπάθεια να ελέγξω την ισορροπία μου.

Καθώς προσπάθησα να μην τσακιστώ κάτω και να μείνω όρθιος για να μην προσφέρω το αστειότερο θέαμα της ημέρας για όσους ανέβοκατέβαιναν τα σκαλιά, παρατήρησα πως στο τελευταίο σκαλοπάτι, εκεί ακριβώς όπου πάτησα γερά τα πόδια μου, τόσο ώστε μέχρι και τα νύχια μου με πόνεσαν, υπήρχε ο μικρός σωρός μιας μυστηριώδους σκόνης. Ένα χαμηλό μαύρο λοφάκι από μαύρα ρινίσματα κάποιου άγνωστου μετάλλου ή κάρβουνο πατημένο και θρυμματισμένο. Έδειχνε αταίριαστα συμμετρικό και ήσυχο σε σχέση με όλη αυτήν τη βρωμιά και βιασύνη. Δεν άργησα να αρχίσω να το εξετάζω παραξενεμένος. Έχω πάντα τη συνήθεια να έλκομαι από τα πιο ασήμαντα για τους άλλους πράγματα, κάποιες φορές μάλιστα, ειδικά παλαιότερα, πίστευα πως υπήρχαν κάποια πράγματα πού μόνο εγώ μπορούσα να δω ή να επιβεβαιώσω την ύπαρξή τους. Αυτά τα πράγματα μπορεί να υπήρχαν μόνο και μόνο επειδή είχαν υποπέσει στη μανία της παρατηρησής μου. Κατά τα άλλα ήταν εντελώς αόρατα ή εντελώς απίθανο να τα προσέξει κάποιος άλλος. Έτσι και με αυτή τη σκόνη τώρα. Είχα σκύψει κοιτώντας ευλαβικά το μαυριδερό βουναλάκι. Αφημένο και σχηματισμένο με γεωμετρική προσοχή στη γωνία ακριβώς του τελευταίου σκαλιού, σε ένα τέτοιο σημείο όπου, υπολογισμένα, κανένα πόδι δεν θα μπορούσε να καταστρέψει το κωνικό του σχήμα. Έτριψα λίγη από τη σκόνη στα δάχτυλά μου και την έφερα στη μύτη μου. Κάποιοι ήδη με κοιτούσαν παράξενα. Όλο και περισσότερα κεφάλια γυρνούσαν για να δουν καλύτερα τι στην ευχή κάνω σκυμμένος σα σκύλος. Μύριζε σαν σπόρος παπαρούνας μα η σκληρή σαν πέτρα υφή του με έκανε να είμαι σίγουρος πως δεν είναι κάτι τέτοιο. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα έβαλα λίγο στην άκρη της γλώσσας μου, γυρνώντας την πλάτη μου , έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να με δει. Και ακριβώς τη στιγμή που γυρνούσα την πλάτη μου, στρέφοντας το προσωπό μου προς τον τοίχο με τη μεγάλη διαφημιστική αφίσα, πρόσεξα την ανοιχτή πόρτα. Περίεργο..Δεν είχα ξαναδεί ποτέ αυτήν την πόρτα και το περίεργο είναι πως χρησιμοποιώ το μετρό σχεδόν καθημερινά. Περνάω από το ίδιο σημείο ξανά και ξανά και είμαι στα αλήθεια ένας πολύ παρατηρητικός άνθρωπος! Μία πόρτα είναι κάτι που σίγουρα θα είχα προσέξει. Και μάλιστα μια τόσο μικρή πόρτα, λες και είναι μια είσοδος εργασίας φτιαγμένη για μικροσκοπικούς εργάτες ή μια έξοδος κινδύνου από τις ράγες, για επιβάτες σε μεγέθος νηπίων. Δεν μπορώ να καταλάβω..Στεκόμουν αποσβολωμένος, κοιτώντας μαγνητισμένος τη μαυρίλα που πρόβαλε μυστηριώδης πίσω από το άνοιγμα. Και αλήθεια δεν ξέρω τι είναι αυτό που με τράβηξε προς τα εκεί. Δεν είμαι ιδιαίτερα θαρραλέος άνθρωπος, ούτε ιδιαίτερα ανυπόμονος να γνωρίσω κάτι τόσο απειλητικό εκ πρώτης όψεως. Θα μπορούσα να είχα φύγει και να σκεφτόμουν όλη μέρα για αυτήν την πόρτα και την ξαφνική εμφανισή της. Μάλλον θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως εγώ έφταιγα που δεν την είχα δει, ίσως μια στιγμιαία απροσεξία, μπορεί το συγκεκριμένο σημείο του υπόγειου να μού προκαλούσε μια τόσο έντονη αλλά ασυναίσθητη πλήξη ή αηδία που υποσυνείδητα απέφευγα να προσέξω ο,τιδήποτε τριγύρω.


Έσπρωξα το πόμολο και η πόρτα έτριξε ελαφρά σα μικρό ζωάκι που κλαίει. Πίσω της μπόρεσα να διακρίνω τη σκοτεινή αντανάκλαση από μια σειρά ράγες. Από κάπου μακριά ακουγόταν ο ήχος του αέρα που κάνουν τα τρένα όταν περνούν σα σφαίρες το ένα δίπλα από το άλλο. Δεξιά υπήρχε μια μικρή σιδερένια σκαλίτσα που κατέληγε σε μια ακόμη μικρότερη πλατφόρμα. Κατέβηκα με προσοχή. Όλα έτριζαν, ως και η πλατφόρμα κουνιόταν απαλά, πολύ πολύ μαλακά, σα φουσκωτή σχεδία που παρασύρεται αργά από το κοιμισμένο νερό. Κρατήθηκα στην κουπαστή που υπήρχε από τη μεριά του τοίχου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η πόρτα λίγο πιο πίσω μου έκλεισε μόνη της σπρωγμένη ίσως από τον αέρα ή από κάποιο χέρι και εγώ βρέθηκα για λίγο στο απόλυτο σκοτάδι. Μπορούσα να ακούσω πεντακάθαρα το μουγκρητό που έβγαινε πολλαπλασιασμένο από το κροτάλισμα των τροχών πάνω στις σιδηροτροχιές. Ήταν ένα τρένο πολύ μακριά μα έφτανε στα αυτιά μου σα να ήταν δίπλα μου και μαζί με τον μεταλλικό ήχο άκουγα και ένα παράξενο σφύριγμα από πολλά μουρμουρητά μαζί. Ήταν χίλιοι ψίθυροι λες και χίλια διαφορετικά άτομα να είχαν ενωθεί στο σκοτάδι κάτω από τη γη, προσπαθώντας να τρέξουν πιο γρήγορα από τους συριχτούς και απόμακρους αντίλαλους που δημιουργούσαν τα τρένα καθώς ορμούσαν σαν τρελλά από το ένα μέρος στο άλλο.



Ψηλάφησα τον τοίχο και αισθάνθηκα το αίμα να φεύγει όλο από μέσα μου. Φοβόμουν όσο δεν παίρνει άλλο. Μα τι μού ήρθε να κατέβω εδώ πέρα; Και μέσα σ’αυτό το απόλυτο σκοτάδι τώρα δεν μπορούσα να προσανατολιστώ εύκολα για να γυρίσω πάλι προς τη μικρή πορτούλα. Ή θα έμενα ακίνητος σαν άγαλμα προσευχόμενος να ανάψει κάπου ένα φως ή θα προχωρούσα στα τυφλά, σαν ακόμη περισσότερο βλάκας, προσπαθώντας να βρω από μόνος μου την ακτίνα και του πιο ελάχιστου φωτός.

Όσο περπατούσα στηριζόμενος και με τα δυό μου χέρια πάνω στον τοίχο, τόσο ευχόμουν να μην τελειώσει απότομα η αποβάθρα και βρεθώ φαρδύς πλατύς πάνω στις ράγες ή ακόμη χειρότερα σε κανά βάραθρο που θα είχε ανοίξει εκεί ειδικά για να ρουφήξει εμένα, στριφογυρνώντας λαίμαργα τη σκοτεινή του γλώσσα. Προχωρώντας καταλάβαινα πως η αποβάθρα δεν ήταν ευθεία μα κάθε λίγο και λιγάκι έστριβε ελαφρά και ήταν γεμάτη καμπύλες και γωνίες. Πρέπει να είχα διανύσει αρκετά μέτρα, μην ξέροντας καθόλου πια πού βρίσκομαι, σε ποιο ακριβώς σημείο του υπόγειου σιδηροδρομικού δικτύου είμαι και το κυριότερο, πού ακριβώς έπρεπε να πάω. Και είχα μια περίεργη αίσθηση πως το έδαφος κάτω από τα πόδια μου γινόταν όλο και πιο επικλινές. Κανά δυο φορές μάλιστα γλύστρησα και αρπάχτηκα απ’τον τοίχο σαν να επρόκειτο να πεθάνω από στιγμή σε στιγμή. Ήμουν πραγματικά απελπισμένος όταν η αριστερή μου παλάμη εντελώς ξαφνικά και ενώ πασπάτευε γεμάτη αγωνία τον τοίχο, πιάστηκε από ένα μεταλλικό εξόγκωμα. Το αγκάλιασα όλο μέσα στο χέρι μου για να καταλάβω το σχήμα του, έμοιαζε με έναν μικρό μοχλό. Αυτό με τρόμαξε ακόμη περισσότερο. Και αν κατεβαζοντάς τον άνοιγα ο ίδιος το στόμα του καταχθόνιου τέρατος που περίμενε μια λάθος κινησή μου μέσα στο σκοτάδι για να με καταπιεί; Σταγονίτσες, ιδρώτα έτρεξαν στο μέτωπό μου. Έβρισα τη βλακεία μου πού με είχε στείλει εκεί και αποφάσισα να προχωρήσω μην πειράζοντας τίποτα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που τραβούσα το χέρι μου από το κρύο μέταλλο, μού φάνηκε πώς άκουσα κάτι σαν κλάμα. Δε χρειαζόταν κάτι άλλο για να παγώσω εντελώς. Μού φάνηκε πως ο χρόνος ακινητοποιήθηκε, πως όλα έπαψαν να λειτουργούν, μαζί τους και ο εγκεφαλός μου και πως τα πάντα βυθίστηκαν στην παράλογη αγριότητα αυτού του μακρινού λυγμού. Τα πόδια μου για δευτερόλεπτα πρέπει να ζύγιζαν παραπάνω από όσο ζύγιζαν όλα τα τρένα που ταξίδευαν κάπου πιο δίπλα και το κεφάλι μου έγινε μια τεράστια φούσκα κενού αέρα, γέμισα όλος μέσα μου πνιχτές κραυγές που δεν μπορούσαν να βγουν από τον ίδιο φόβο που τις γεννούσε. Το κλάμα έγινε πιο έντονο και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως ήταν κλάμα μωρού ή κλάμα πολλών μωρών μαζί. Θυμήθηκα τις ιστορίες που είχα ακούσει για τους υπονόμους του Παρισιού όπου όσοι άτυχοι βρέθηκαν στις δαιδαλώδεις στοές τους, παραφρόνησαν και χάθηκαν για πάντα, τρελλαμένοι από τα κλάματα αγέννητων μωρών που είχαν πεταχτεί στις αποχετεύσεις στοιχειώνοντας κάθε σωλήνα, κάθε καπάκι και κάθε χιλιοστό του βούρκου εκεί κάτω.

Α, όχι δεν μπορούσα άλλο! Το χέρι μου από μόνο του, μην μπορώντας να περιμένει άλλο, πάτησε το μοχλό και σε δευτερόλεπτα όλη η αποβάθρα φωτίστηκε από ένα αμυδρό υποκίτρινο φως. Κατά μήκος και άνα ένα μέτρο περίπου υπήρχαν παλιές στενόμακρες λάμπες, καρφωμένες στον τοίχο.


Επιτέλους μπορούσα να δω που πατούσαν τα πόδια μου! Μια βαθιά παρατεταμένη ανάσα ανακούφισης έδωσε στο φοβισμένο σώμα μου τον αέρα που ζητούσε απεγνωσμένα όλη αυτήν την ώρα. Η αποβάθρα ήταν τόσο στενή και έγερνε τόσο πολύ σε ορισμένα σημεία που μόνο από καθαρή σύμπτωση στάθηκα ικανός να τη διασχίσω δίχως να γκρεμιστώ. Πολύ εύκολα θα μπορούσα να είχα πέσει κάτω όπου ήμουν σίγουρος ότι τα χίλια ανοιχτά στόματα των πηγαδιών ανοιγόκλειναν πεινασμένα. Ήμουν σε δίλημμα όμως. Να επιστρέψω πίσω όσο πιο σβέλτα μπορούσα ή θα έσβηνε πάλι το φως στα μισά της διαδρομής, βυθιζοντάς με στην ίδια αγωνία με πριν; Τα διλημματά μου βέβαια ήταν πάντα εντελώς ρητορικής φύσης, από μικρός είχα αναπτύξει μια ιδιαίτερη τεχνική στο να προβληματίζομαι ανάμεσα σε διχάλες, ίσως για αυτό και η δεξιά παλάμη μου έφερε ανάγλυφες δυό από αυτές, βαθιά χαραγμένες η μία στη δεύτερη γραμμή του κεφαλιού μου και η άλλη στο τέλος της γραμμής της μοίρας μου. Μία χειρομάντισσα είχε προβλέψει τη σίγουρη τρέλλα μου και την ταυτόχρονη σίγουρη δόξα μου, στα βαθιά γεραματά μου κι εγω δεν μπορούσα παρά να φοβάμαι κρυφά –τρέμοντας σύγκορμος- ό,τι με ανάγκαζε να κοπώ για λίγο στα δύο.


Θα μπορούσα εξάλλου να κάνω κάτι άλλο εκτός από το να επιστρέψω, στην κατάσταση που βρισκόμουν αυτή τη στιγμή; Μήπως θα έπρεπε να μείνω εκεί; Μήπως θα έπρεπε να συνεχίσω την κατάβαση και την πορεία που είχα ξεκινήσει; Ήδη ένοιωθα τα πρώτα σημάδια ενός έντονου πονοκέφαλου. Ώρες ώρες γίνομαι τόσο ανόητος! Και αυτό το πυκνό σκοτάδι με έκανε να νοιώθω ακόμη πιο ανόητος και αδύναμος. Αλλά δεν είχα την πολυτέλεια για τέτοιου είδους σκέψεις. Το εκκωφαντικό τρίξιμο μιας σιδερένιας πόρτας αντήχησε ανατριχιαστικό μέσα σ’εκείνη την ερημιά. Φοβήθηκα πως το φως θα έκλεινε ξανά και ενστικτωδώς κόλλησα το σώμα μου πάνω στον τοίχο. Ένα χέρι έπιασε ξαφνικά το δικό μου. Πετάχτηκα στον αέρα, έτοιμος να φωνάξω όσο πιο δυνατά μπορούσα, όταν μια βαριά αντρική φωνή με απάλλαξε από ένα τέτοιο δυσάρεστο ενδεχόμενο.


«Ελάτε! Βιαστείτε! Θα περάσετε μέσα; Ναι ή όχι;»


Ήταν αδύνατον, ονειρευόμουν..Ίσως αυτός ο στενός σκοτεινός διάδρομος να είχε κάποιες αναθυμιάσεις που μού προκάλεσαν άσχημες παραισθήσεις. Το ξένο παγωμένο χέρι πάνω στο δικό μου, η φωνή από το πουθενά, τα συγκεκριμένα λόγια, κάποιος που δεν μπορούσα καν να δω..


«Προχωρήστε σας παρακαλώ! Θα προκαλέσετε συνωστισμό για τους επόμενους!»


Ο επιτακτικός τόνος της φωνής δε μού άφηνε πολλά περιθώρια. Διστακτικά σαν παιδάκι που το μάλωσαν προχώρησα. Ήμουν καλεσμένος κάπου, χωρίς να γνωρίζω ούτε ποιος με κάλεσε, ούτε που είχα κληθεί. Με υπνώτισαν άραγε και με κατέβασαν εδώ ή είχα αυτουπνωτιστεί ακολουθώντας εκείνη την περίεργη φωνή που κατά καιρούς μιλά μόνη της μέσα μου; Ως που μπορούσε να με οδηγήσει αυτή η φωνή και τι ακριβώς να ήθελε;


«Ξύπνα..» ψιθύρισα εκνευρισμένος στον εαυτό μου «Δεν είναι ώρα για τέτοια..»


Αποφάσισα να στραφώ προς την κατεύθυνση απ’ όπου είχε ακουστεί η βαριά αντρική φωνή ακολουθώντας τον ίδιο τον ήχο της. Στο τέλος του, ακριβώς στο σημείο όπου έσβηνε η ουρά και του τελευταίου ψιθυριστού αντίλαλου, βρήκα έναν μεγαλόσωμο άντρα που έδειχνε πως με περίμενε και μάλιστα ανυπόμονα, κοιτώντας συνεχώς το τεράστιο ρολόι που είχε περασμένο στον αριστερό καρπό του και κουνώντας ασταμάτητα με το άλλο χέρι μια επίσης υπερμεγέθη βεντάλια με λατινικά νούμερα γραμμένα επάνω της. Ήταν ντυμένος με ένα πολύ ακριβό μαύρο κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Ένα μαύρο, τέλεια τεντωμένο και κολλαριστό παπιγιόν, έσφιγγε με ιδιαίτερη χάρη το λαιμό του, κάνοντας τις φλέβες να μαζεύονται σαν γαλαζωπό μπούκετο πάνω από το πρώτο κουμπί.


«Είμαι η φωνή που ακούσατε» μού δήλωσε μυστηριωδώς και με τράβηξε ελαφρά από το μπράτσο, σπρώχνοντας παράλληλα και μια γκρίζα πόρτα πίσω του.


Αυτό που αντίκρυσα, καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω μας, ήταν κάτι που οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος δεν θα περίμενε να δει ποτέ σε μια υπόγεια αποβάθρα ενός υπόγειου τρένου. Έσφιξα τα μάτια μου με όλη μου τη δύναμη, τα βλεφαρά μου πόνεσαν μέχρι που πουπουλένια άλικα σύννεφα άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά μου. Όλα ήταν μέρος ενός αστείου ονείρου, από αυτά που συχνά βλέπω και με ξυπνούν στη μέση της νύχτας, ξεκαρδισμένο στα γέλια. Σίγουρα κάτι τέτοιο συνέβαινε. Πολλές φορές χώνομαι σαν τυφλοπόντικας κάτω από τις κουβέρτες μου για να μη γίνει το δυνατό γέλιο μου αντιληπτό από τους γείτονες.


Μα όλα βρίσκονταν εκεί, όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου. Τίποτα δεν είχε κουνηθεί από την προηγούμενη θέση του. Όλα ήταν στο αρχικό τους σημείο εκεί που η πρώτη μου έκπληκτη ματιά τα είχε αφήσει να αιωρούνται, έχοντας την αίσθηση του τρεμουλιαστού ονείρου. Όλοι όρθιοι ή καθιστοί στις ίδιες ακριβώς τρελλές πόζες, ξελαρυγγιάζονταν και φώναζαν τα ίδια ακριβώς λόγια.


«Ένα, δύο τρία!»


«Έκλεισε, έκλεισε!»


«Κατοχυρώθηκε στον κύριο!»


«Κοιτάχτε αυτό το καταπληκτικό κομμάτι!»


Στη μέση ενός τεράστιου κι ολοστρόγγυλου, σα φούσκα, δωματίου, υπήρχε ένας πλήθος ανθρώπων που χειρονομούσαν έντονα, άλλοι σηκώνοντας τις παλάμες τους κι άλλοι κουνώντας με ιδιαίτερο νόημα τα δαχτυλά τους, σα μικροί μαθητές μέσα σε τάξη και φωνάζοντας ο ένας μέσα στο αυτί του άλλου. Όλο αυτό το σούσουρο προφανώς προς κατοχύρωση κάποιου τρομερά επιθυμητού αντικειμένου, το οποίο δεν μπορούσα να διακρίνω καλά από το σημείο όπου βρισκόμουν.

«Η δημοπρασία κύριε είναι σε εξέλιξη όπως βλέπετε. Πλησιάστε, μη διστάζετε και κυρίως μη το σκέφτεστε! Οι ευκαιρίες για σήμερα είναι το κάτι άλλο! Πλησιάστε και θα με θυμηθείτε!»

Ο άντρας που με είχε οδηγήσει μέσα σε αυτό το δωμάτιο με κοιτούσε κατάματα θέλοντας να μαντέψει τι εντύπωση μού είχαν κάνει τα προηγούμενα λόγια τα οποία είχε τονίσει με τον τόνο που ακριβώς έπρεπε και όπως ακριβώς έπρεπε. Όλα εξάλλου είχαν μια ακρίβεια επάνω του, ως και οι τρίχες των φρυδιών του ήταν στοιχισμένες ευθεία σαν υφασμάτινες διακοσμητικές μπορντούρες.


Θέλησα να ρωτήσω πού βρισκόμουν, ποιος ήταν αυτός, γιατί φορούσε αυτά τα περίεργα ρούχα τόσα μέτρα κάτω από το έδαφος, τι στο καλό συνέβαινε μεσα σ’αυτήν την αίθουσα, όμως δεν πρόλαβα. Με έσπρωξε με τόση δύναμη που παραλίγο θα τσακιζόμουν. Έπεσα με τη μύτη πάνω στην πλάτη ενός ηλικιωμένου με φράκο που ούρλιαζε σαν υστερικός το ποσό που ήθελε να δημοπρατήσει και βρέθηκα εν μέσω του υπόλοιπου πλήθους να δέχομαι απανωτά σκουντήματα και να επιχειρώ δειλά να σκουντήσω με τον ίδιο απανωτό ρυθμό.


«Προσέχτε!» άκουσα τον άντρα να μού φωνάζει. «Εάν δε δημοπρατήσετε γρήγορα τότε θα δημοπρατήσουν εσάς! Ταχύτατα αντανακλαστικά χρειάζονται! Ταχύτατα!»


Ο απόηχος του γέλιου του με έκανε να νοιώσω μια περίεργη ευθυμία, αναρωτήθηκα γιατί και τότε μόνο είδα στο κέντρο του δωματίου ένα περίεργο μηχάνημα, ψηλό κι ορθογώνιο, με μια τεράστια ροδέλα στη μέση του να ενώνει σαν ελαστικός άξονας τα δυο πλαïνά σιδερένια κουτιά του, από τα οποία το ένα μισοβυθιζόταν στον τοίχο, δίχως να φαίνεται το τελειωμά του ή η αρχή του. Στο επάνω μέρος του, υπήρχε μια μεγάλη καρτέλα με την τεράστια επιγραφή «owned» να αναβοσβήνει σε εκτυφλωτικούς συνδυασμούς χρωμάτων. Πάνω στη ροδέλα υπήρχαν άνθρωποι, αραδιασμένοι ο ένας κολλητά δίπλα στον άλλον, οι οποίοι έπαιρναν διάφορες περίεργες πόζες. Οι περισσότεροι χαμογελούσαν ντροπαλά πεταρίζοντας με συστολή τα μάτια τους, άλλοι κοιτούσαν βλοσυροί σαν να τους είχαν μόλις τραβήξει από τον πιο βαθύ τους ύπνο , μερικοί έβγαζαν τις γλώσσες τους και τραβούσαν τα αυτιά τους, κάνοντας ανόητες γκριμάτσες, άλλοι σκάλιζαν με πραγματική αφοσίωση τις μύτες τους, συλλογιζόμενοι μάλλον προς ποια κατεύθυνση θα φυσούσε ο αέρας και υπήρχαν και μερικοί που ξεγύμνωναν γεμάτοι λαγνεία τα στήθη τους ή χάιδευαν τα ποντίκια τους, με τέτοια ηθυπάθεια που νόμιζα πως ήταν έτοιμοι εκεί μπροστά μας να αυνανιστούν με τη σκέψη του ίδιου του σωματός τους.


Είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα. Δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου τέτοιο θέαμα κι έχω τη συνήθεια όταν κάτι με εκπλήσσει σε μεγάλο βαθμό να στέκω ανίκανος προς οποιαδήποτε αντίδραση..Λέω και λίγο ψέματα βέβαια..Η αλήθεια είναι πως σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θέλω να αντιδράσω. Στέκω ακίνητος και απολαμβάνω κρυφά και μυστικά αυτό που βλέπω ή ακούω, συγκινημένος από το πόσο έντονα μπορώ ακόμη να ξαφνιάζομαι. Το σώμα μου με σφυροκοπά από όλες τις πλευρές του. Η καρδιά μου χτυπάει όχι σαν τρελλή, -ποτέ η καρδιά μου δε χτυπάει με τέτοιο τρόπο- μα δυνατά και τόσο ρυθμικά που αισθάνομαι κάθε χτύπημα της σαν το πιο απαλό άγγιγμα αρμονίας που ταλάντευσε ποτέ το νήμα της ζωής μου. Οι άκρες των δαχτύλων μου ζαλίζονται από το πιο γλυκό μούδιασμα, τόσο γλυκό που καταντάει ανυπόφορα ερωτικό, ίδιο με τους ρευστούς κόμπους της νερωμένης ζάχαρης που στάζουν στην ακρούλα της ανυπόμονης γλώσσας. Ο σφυγμός στο κέντρο του λαιμού μου χοροπηδάει συγκινημένος, πλημμυρίζοντας όλο το εσωτερικό του στήθους μου με ένα τρέμουλο από αυτά που μερικές φορές παρακαλάω να αισθανθώ και δεν μπορώ κι όμως μου προσφέρεται τις στιγμές που δεν το περιμένω ή δεν το επιτρέπω. Και το στομάχι μου γουργουρίζει ευτυχισμένο, κουλουριάζεται και ξεκουλουριάζεται με αγαλλίαση σαν γάτα που χαμογελάει καθώς ένα ανθρώπινο χέρι, τρέχει αργά αργά κατά μήκος της ραχοκοκκαλιάς της. Κι η δική μου ζελεδένια ραχοκοκκαλιά συσπάται και αναρροφάται σα μέδουσα που προσπαθεί να με στηρίξει καθώς θέλω να σταθώ στα πόδια μου, μην αφήνοντας τη συγκίνηση που με έχει καταλάβει, να φανεί προς τα έξω. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που περισσότερο με τάραξε από ευτυχία μπροστά σε αυτό που αντίκρυσα. Το γεγονός ότι κάποιοι αγνωστοι άνθρωποι γελοιοποιούσαν μόνοι τους τον εαυτό τους μπροστά σε άλλους, η κρυφή ύπαρξη αυτής της ροδέλας κάτω από τους δρόμους και τα πεζοδρόμια που καθημερινά περπατούσα ή το ότι λαχταρούσα κι εγώ να γελοιοποιήσω τον εαυτό μου, σκαρφαλώνοντας, δίχως κανένας να με δει, πάνω σε αυτόν τον ιμάντα και προσφέροντας το πιο λαμπερό χαμογελό μου, το πιο στριμμένο ύφος μου και την πιο αλαζονική σειρά των δοντιών μου; Ή μήπως το ότι δεν ήξερα ξαφνικά τι ακριβώς σημασία είχε η λέξη «γελοιοποιώ» κι αν ήταν αυτή η λέξη που έπρεπε να σκέφτομαι, σημάδι του πόσο αληθινά άρχισε να με απορροφάει αυτή η δημοπρασία;


Κάποιος με έσπρωξε δυνατά καθώς αφηνιασμένος θέλησε να κάνει προσφορά για έναν άντρα που μόλις τώρα περνούσε, ξαπλωμένος λάγνα στη ροδέλα έχοντας στο πλάι του ως ντεκόρ μια καρέκλα εστιατορίου και στα πόδια του ένα προσεκτικά διπλωμένο τραπεζομάντηλο. Λίγο πιο δίπλα του, ένας άλλος νεαρός χάιδευε, μουγκρίζοντας χαμηλόφωνα και μακρόσυρτα, το γυμνό στήθος του. Και μια γυναίκα πιο κει, χαμογελούσε όλο νόημα στο εξαγριωμένο πλήθος κουνώντας με χάρη μια κόκκινη βεντάλια. Όλοι έφεραν μικρές ορθογώνιες ταμπέλες τυλιγμένες γύρω από τη μέση τους, πάνω στις οποίες αναγράφονταν το όνομά τους και η τιμή τους.


Καθώς σκόνταψα έπεσα πάνω στη ροδέλα και το χέρι μου μπλέχτηκε στον παράλληλο λεπτό ιμάντα που πηγαινοερχόταν πέρα δώθε μαζί της. Όσο και αν πάσχιζα να το απελευθερώσω δεν μπορούσα και κρύος ιδρώτας άρχισε να με λούζει. Θυμήθηκα τα λόγια που είχα ακούσει τελευταία καθώς ο άντρας με το περίεργο κοστούμι με είχε σπρώξει μέσα στην αίθουσα, όταν αισθάνθηκα ένα χέρι να με πιέζει προς τα πάνω και κάποιο άλλο χέρι, αμέσως μετά, προς βοήθεια του πρώτου να με πιέζει κι αυτό μαζί. Ξαφνικά βρέθηκα κακήν κακώς πάνω στον ιμάντα. Κάποιος μου έδεσε βιαστικά με σχοινί μια ταμπέλα γύρω από τη μέση.


«Σας παρακαλώ πείτε μου το όνομά σας κι αν θέλετε και το επίθετό σας»

Σε δευτερόλεπτα η ταμπέλα έφερε γραμμένα πάνω της το όνομά μου, το επιθετό μου και το εξευτελιστικό ποσό του ενός δολλαρίου ως τιμή εκκίνησης. Όποιος ήθελε μπορούσε να με αγοράσει για ένα δολλάριο. Δοκίμασα να πηδήξω κάτω μα προς μεγάλη μου φρίκη είδα πως δεν μπορούσα. Κάτι με κρατούσε κολλημένο, ίσως ήταν η κυματώδης κίνηση της ροδέλας που μού έφερνε ναυτία, ίσως και το γεγονός ότι η περιεργειά μου ήταν μεγαλύτερη από τη δυσαρεσκειά μου. Διάολε! Έπρεπε να χαμογελάσω αν ήθελα να βρω γρήγορα αγοραστή! Απ΄ότι είχα καταλάβει μόνο αν σε αγόραζε κάποιος ανέβαινε η αξία σου και εκείνο το ένα δολλάριο μου είχε μπει στη μύτη. Μειδιώντας σαν ηλίθιος νάρκισσος, έγειρα πίσω το κεφάλι μου, φροντίζοντας να αποπνεύσω έναν αέρα μυστηρίου και γοητείας συνάμα. Φρόντισα τα χείλη μου να σηκωθούν προς τα επάνω ως μια συγκεκριμένη γωνία και μισόκλεισα ελαφρώς τα μάτια μου. Τόσο ώστε το θολό βλέμμα που ξεπρόβαλλε δειλά πίσω από αυτά να υπενθυμίζει σε όλους τους αγοραστές ότι σαφώς είχαν να κάνουν με ένα ανώτερης ποιότητας εμπόρευμα. Με είχε πιάσει λύσσα. Ένα δολλάριο! Θα έβρισκα μετά αυτόν πού μου είχε κολλήσει αυτήν την εξευτελιστική τιμή και θα του καρύδωνα για καλά το λαιμό. Τι ντροπή για μένα! Έπρεπε να ανασηκώσω και το πηγούνι λίγο. Βασική κίνηση! Βέβαια! Μια αδιόρατη υπερηφάνεια και το πηγούνι μου έσκιζε περήφανο τον αέρα, δηλώνοντας και φωνάζοντας πως πρόκειται για ένα πηγούνι διανοούμενο, ένα πηγούνι που ανήκε σε έναν άνθρωπο ανώτερης ευφυϊας, ένα πηγούνι που μπορεί να σκέφτεται όσο και όσα οποιοσδήποτε ανθρώπινος εγκέφαλος δε διανοείται ποτέ να σκεφτεί, ένα πηγούνι που δεν μπορεί να αξίζει ένα δολλάριο! Μού ερχόταν να ουρλιάξω όσο τα δευτερόλεπτα περνούσαν και το ένα δολλάριο παρέμενε ένα δολλάριο! Μα όλοι αυτοί εκεί μπροστά μου που φώναζαν σα δαιμονισμένοι, ανεμίζοντας τις δεσμίδες με τα χρήματά τους, δεν μπορούσαν να δουν τι εξαίρετο προϊόν είχαν μπροστά τους; Προτιμούσαν να αγοράζουν και να δημοπρατούν για το πιο σκάρτο εμπόρευμα; Τι αξία είχε ένα γυμνό ποντίκι μπροστά στο δικό μου απαράμιλλης ανωτερότητας ύφος; Έγειρα μπροστά και τράβηξα από το μανίκι έναν άντρα που κουρασμένος από τις φωνές και την ένταση είχε βγάλει ένα μαντήλι και σκούπιζε αργά το μέτωπό του.


«Ψιτ, κύριε…»


«Ψιτ, ψίτ..» επέμενα, εξακολουθώντας να τον τραβώ από το μανίκι, καθώς δεν φαινόταν να με ακούει. Συνέχιζε να σκουπίζει το μετωπό του ακόμη κι όταν αυτό φαινόταν εντελώς στεγνό απαλλαγμένο από κάθε σταγόνα ιδρώτα. Δούλευε το μαντήλι ταμποναριστά και πατώντας το με δύναμη πάνω στο δέρμα που κόντευε να κάνει γούβες αν συνέχιζε έτσι.


«Κύριε, κύριε»


Η φωνή μου έγινε λίγο πιο δυνατή, μερικά κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου. Κανονικά θα έπρεπε να αισθανθώ αμηχανία, όπως συνήθως αισθάνομαι όταν ο τόνος της φωνής μου ανεβαίνει λίγο παραπάνω από το κανονικό, μα ήταν τέτοια η λύσσα μου εκείνη τη στιγμή που δε με ενδιέφερε τίποτα. Ήθελα όπωσδήποτε να με προσέξει κάποιος, όποιος και να ήταν αυτός. Ένα δολλάριο! Εκείνο το δολλάριο μου είχε κάτσει στο λαιμό και όποιος μου το κόλλησε θα μού το πλήρωνε για τα καλά!

Είχα επίγνωση βέβαια του πόσο αστείος πρέπει να έδειχνα ανεβασμένος εκεί επάνω στη ροδέλα με την ταμπέλα δέμενη γύρω από τη μέση μου, αλλά είμαι σίγουρος πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν έδινα δεκάρα για τη δημόσια γελοιοποιησή μου. Εξάλλου, τόσοι και τόσοι ήμασταν εκεί μέσα που γελοιοποιούμασταν..Χα! Σιγά! Οι μισοί ξαπλωμένοι σα γλαρωμένα μοσχαράκια πάνω στον κυλιομένο ιμάντα και οι άλλοι μισοί σαν ξαναμμένοι αγοραστές σε λαϊκή μεσαιωνική αγορά, προσπαθώντας να πάρουν οι ίδιοι σειρά στα τσιγκέλια ή να αγοράσουν το πιο συμφέρον για αυτούς μοσχαράκι. Μια μοσχαροκατάσταση δηλαδή. Επρεπε αμέσως να αρχίσω να αναστενάζω, πως δεν το σκέφτηκα πριν; Κάτι τέτοιο θα τραβούσε στα σίγουρα την προσοχή αυτού του πανύβλακα που τραβούσα από το μανίκι.

«Αχ και πάλι αχ..Ουφ και ξανά ουφ..»


Ήμουν εκπληκτικός όταν ήθελα να προσποιηθώ τον βασανισμένο. Η εξωτερική έκφραση των βασάνων μου είχε πάντα τη φυσικότητα ενός δυστυχισμένου που η ποιότητά του δεν έχει καμφθεί στο ελάχιστο από τις όσες λύπες τον έχουν μαστιγώσει, αλλά αντιθέτως έχουν ατσαλώσει τη δυσεύρετη εκείνη ανθρώπινη ιδιότητα του λεπτοτρόπως βασανίζεσθαι, με τόσο εξαιρετικώς ανώτερη ευγένεια που μπορεί να τρέχει όχι μόνο από τα μπατζάκια αλλά και από τις μανσέτες. Ως και το κολλάρο του γιακά μου ξεφώνιζε από την ευφυώς βασιλική απελπισία μου. Το ζωόν μπροστά μου έπεσε ήδη στα δίχτυα.

Στράφηκε προς το μέρος μου και με κοίταξε , η αλήθεια είναι λίγο ενοχλημένος μα εγώ μπόρεσα να διακρίνω την αδύναμη σπίθα του νυσταγμένου ενδιαφέροντος στα μάτια του που έδειχνε να ανάβει περισσότερο όταν οι αναστεναγμοί εσωτερικού πόνου δυνάμωναν. Περίμενα να μου πει «τι συμβαίνει κύριε» ή «είστε καλά; Μπορώ να βοηθήσω;» μα όχι, αυτός στεκόταν απλώς και με κοιτούσε. Με κοιτούσε και με ξανακοιτούσε και μετά κοιτούσε πάλι, ξανά και ξανά και ξανά.. Επρόκειτο μάλλον για τον αρχηγό των μοσχαριών, δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά την βλακωδώς απαθή στάση του που με εκνεύρισε όσο τίποτα άλλο. Ήμουν έτοιμος να εκραγώ.


«Αγοράστε με!»


Ο τόνος μου ήταν κοφτός και επιτακτικός. Έχοντας αναγνωρίσει τον αρχηγό των μοσχαριών στο νερωμένο βλέμμα του, δεν μπορούσα να το διακινδυνεύσω και να περιμένω πότε θα δείξει ενδιαφέρον ή οίκτο. Έπρεπε οπωσδήποτε να ανεβάσω την τιμή μου. Η ώρα περνούσε και τα μοσχάρια πολλαπλασιάζονταν. Ο ιμάντας είχε γεμίσει λαχταριστά ζουμερά νέα μοσχαράκια και άλλα πιο σιτεμένα που προσπαθούσαν να επιδείξουν άλλων προσόντων, όπως ένα τρυφερό βλέμμα αφοσίωσης ή ένα δυναμικό βλεφάρισμα επίδειξης της εσωτερικής τους φλόγας που εγγυόταν στα σίγουρο ζουμερό κρεατάκι. Τι βλάκες σκέφτηκα. Πόσο διαφορετικός ήμουν εγώ! Εγώ που ήδη ένοιωθα τη γλώσσα μέσα στο στόμα μου να φαρδαίνει και να μακραίνει και τι περίεργο..Αυτή η αργά επιμηκυνόμενη γλώσσα που άρχιζε να με πνίγει λίγο καθώς μού έφραζε τις αμυγδαλές, μού έδινε μια παράξενα οικεία αίσθηση, κάτι γνωστό και απόμακρο στη μνήμη μου το οποίο δεν μπορούσα προς το παρόν να προσδιορίσω, ούτε και να ονομάσω. Μα είχε αρχίσει να γεννιέται και να με τραβά σταθερά προς τα πίσω. Μμουουου ήθελα να κάνω και να γλύψω ολόκληρο το πρόσωπο του βλάκα μπροστά μου βουτώντας τα μάγουλά στα τρυφερά μοσχαρίσια σάλια μου, αλλά αντ’αυτού τον κοίταξα γεμάτος πρωτόγνωρη αποφασιστικότητα ώστε στο άκουσμα της προσταγής μου τσακίστηκε να ψάξει στις τσέπες του το απαραίτητο ποσό για να με αγοράσει. Εκείνο το εξευτελιστικό δολλάριο που είχε οριστεί αυθαίρετα ως τιμή εκκίνησης της δημοπρασίας μου.


Ακούμπησε τα χρήματα σε ένα διάφανο κουτί δίπλα από το τεράστιο μηχάνημα και αμέσως αυτό κατέγραψε ηλεκτρονικά το ποσό και το όνομα του πλειοδότη. Για να γίνει αυτό ο άντρας χρειάστηκε να σκύψει κοντά στο κουτί και να ψιθυρίσει το όνομά του σε μια σιδερένια υποδοχή στο σχήμα του αυτιού. Η υποδοχή γουργούρισε στο άκουσμα του όνόματος και κάνοντας έναν περίεργο θόρυβο σα να προσπαθούσε να καταπιεί κάτι που της είχε κολλήσει στο λαιμό εμφάνισε στην ηλεκτρονική λωρίδα που την τύλιγε το όνομα του άντρα με ψηφιακούς χαρακτήρες.


«Είστε δικός μου τώρα» ψιθύρισε με μία παράξενη λάμψη στο βλέμμα του ο άντρας.


«Μπορώ να σας κάνω ό,τι θέλω» συνέχισε ζυγιζοντάς με προσεκτικά από την κορυφή ως τα νύχια.


Όλη η κατάσταση ήταν εξαιρετικά άβολη. Με τα λίγα χρήματα που είχε διαθέσει για την αγορά μου, μπορούσε να με πουλήσει σε άλλον ή ακόμη και να με δωρίσει σε όποιον του έκανε κέφι. Τουλάχιστον είχα κι εγω δικαίωμα να αγοράσω ζωντανή πραμάτεια και αυτό θα έκανα ευθύς αμέσως. Έψαξα γύρω μου. Σώματα συνωστίζονταν, ακουμπούσαν ασφυκτικά το ένα κοντά στο άλλο, κορμιά τρίβονταν, χαμόγελα φτερούγιζαν στον αέρα, θλιμμένες ή σοβαρές εκφράσεις παρακαλούσαν κάποιον να τις κοιτάξει και αυτές, γάμπες ανασηκώνονταν προκλητικά στον αέρα, γλώσσες πηγαινοέρχονταν προκλητικά μέσα και έξω από χείλη, μάγουλα φούσκωναν και ξεφούσκωναν και τέλειες σειρές δόντια άστραφταν σαν αφρισμένα κύματα που σκάνε γελώντας στην άμμο. Φρενίτιδα είχε καταλάβει και τους πλειοδότες και τους πλειοδοτούμενους και το γεγονός ότι όλοι είχαμε και τις δύο ιδιότητες όντας και πλειοδότες και πλειοδοτούμενοι έκανε την ούτως ή άλλως παρακμιακή ατμόσφαιρα ακόμη πιο ξέφρενη, ακόμη πιο τρελλή από όσο θα μπορούσε πραγματικά να είναι. Ξεπερνούσε ακόμη και τα όποια υποθετικά όριά της.


Έπρεπε όμως να κινηθώ γρήγορα. Οι συναλλαγές γίνονταν με ρυθμό σαρωτικής καταιγίδας. Όλοι αγόραζαν και αγοράζονταν. Έχοντας ήδη αγοραστεί, όφειλα να αγοράσω, αλλιώς θα αποτελούσα παράταιρο στοιχείο και επιπλέον θα ζημίωνα και τον αγοραστή μου εφόσον η τιμή μου θα έμενε η ίδια. Μπορούσα να την αυξήσω μόνο όταν θα αγόραζα κι εγώ. Άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελλός, φωνάζοντας τιμές τις οποίες μπορούσα να πλειοδοτήσω, για όποιον και να έβλεπα μπροστά μου. Δε με ένοιαζε ποιον θα αγόραζα, φτάνει να αγόραζα κάποιον. Ο αγοραστής μου με είχε ήδη ξεχάσει, δεν τον έβλεπα πουθενά, κάπου είχε ξεχαστεί διαπραγματευόμενος προφανώς κάποιο νέο εμπόρευμα. Κρίμα κι είχα αρχίσει να τον συμπαθώ. Το να είσαι τελικά κτήμα κάποιου έστω και τόσο άχρηστο κτήμα είναι κάτι τόσο ιδιότυπο όσο και εκπληκτικό. Μπορούσα απλώς να κάτσω εκεί μια ζωή να μασουλώ φυστίκια σα μαίμουδάκι περιμένοντας την επόμενη κίνηση του ιδιοκτήτη μου αλλά και του επόμενου από αυτόν ιδιοκτήτη. Να ήμουν ένα περιφερόμενο κτήμα που θα αγαπούσε με αθώα αφοσίωση τους κτητορές του. Τι λαμπρή προοπτική για κάποιον σαν εμένα που ποτέ δεν μπορούσε να βρει έναν σκοπό στη ζωή του.


Τα πνευμόνια μου είχαν τόση δύναμη που ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ. Φώναζα λαρυγγίζοντας με όση ένταση έβγαινε από μέσα μου. Γρήγορα προσέλκυσα δυο τρεις νεαρές γυναίκες που άρχισαν να τσακώνονται για το ποια από τις τρεις θα αγόραζα. Μπορώ να πω πώς απολάμβανα τον μικρό τσακωμό τους που γρήγορα άρχισε να γίνεται μεγαλύτερος και για αυτό δεν έκανα απολύτως τίποτα για να τον εμποδίσω. Παρατήρησα καθώς άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σφαλιάρες μεταξύ τους πως οι δυο είχαν τριχωτές ουρές να ξεπετάγονται σαν φουντωτές τρίαινες κάτω από τις φούστες τους. Η μια από αυτές άρχισε να κλαίει λέγοντας στις άλλες πως αυτήν είχα δει πρώτη, αυτήν θα αγόραζα. Οι άλλες γέλασαν χαιρέκακα αποκλείοντας με τον τρόπο τους μια τέτοια πιθανότητα και τα χαστούκια έγιναν πιο έντονα, κανονική πάλη. Μμμμ..άρχισα να ερεθίζομαι, μα τι εκπληκτικό μέρος ήταν αυτό! Αισθάνθηκα τη γλώσσα μου να φουσκώνει κι άλλο μέσα από τα ούλα, ταυτόχρονα με το πέος μου. Μουου ήθελα να ξανακάνω, κάτι με έκανε να μην κρατιέμαι από αυτό το αυθόρμητο μουγκάνητό όταν διαπίστωσα πως τα χέρια μου είχαν αρχίσει να παίρνουν ένα περίεργο σχήμα, κάτι ανάμεσα σε ανθρώπινη παλάμη και σε μοσχαρίσια οπλή. Τα μάτια μου έκαιγαν τόσο ώστε άρχισα να ζεματίζομαι ολόκληρος, ήταν σαν κάποιος να με είχε περιλούσει ξαφνικά με καυτό νερό, σαν η πυρα που ξεκίνησε από το ασπράδι των βολβών μου να μεταδόθηκε αστραπιαία σε κάθε μου νεύρο και φλέβα. Ήθελα τόσο να αγοράσω και τις τρεις και να κάνω και στις τρεις μαζί έρωτα λυσσαλέα εκεί μπροστά σε όλους, α μα ήταν απίστευτο, τα γεννητικά μου όργανα ήταν έτοιμα να εκραγούν, εκτοξεύοντας πίδακες σπέρματος παντού σε κάθε πρόσωπο που υπήρχε τριγύρω μου, χωρίς να με νοιάζει αν ήταν άντρας ή γυναίκα, απλώς ήθελα να ξεφορτωθώ το ποτάμι που με έκαιγε! Ο ερεθισμός μου ήταν φοβερός, δεν είχα ξανανοιώσει κάτι τέτοιο.


Τα χρήματα όμως που διέθετα δεν έφταναν κατά διάνοια για κάτι τέτοιο, θα μπορούσα να αγοράσω μόνο τη μία και αυτή με δυσκολία. Μήπως αν ζητούσα, αν ικέτευα, αν έπεφτα στα όμορφα πόδια του ιδιοκτήτη μου, να με μεταπωλήσει σε κάποιον άλλον για να αυξήσω λίγο την αξία μου; Θα μπορούσα τότε να αγοράσω τις δύο και για την τρίτη θα έβλεπα τι θα μπορούσα να κάνω αργότερα. Μόνο που έπρεπε να βιαστώ, δεν άντεχα άλλο. Αισθανόμουν τις φλέβες τους πέους μου να πάλλονται σαν τρελλές, κοροιδευοντάς με σχεδόν. Α, μα έπρεπε να το βγάλω επειγόντως έξω από το παντελόνι μου!

Ξεκούμπωσα το φερμουάρ μου βιαστικά και το πέος μου βγήκε στητό στητό έξω, προσπαθώντας να ανακουφιστεί και παράλληλα να στοχεύσει όπου μπορούσε. Κανένας από όσους ήταν τριγύρω δε φάνηκε να πρόσεξε την κινησή μου, όμως οι τρεις γυναίκες είδαν πεντακάθαρα τι έκανα. Άρχισαν να γελούν μεταξύ τους, σταματώντας να αλληλοχαστουκίζονται και κουνώντας ναζιάρικα τις τριχωτές ουρές τους. Α, μα αυτό πήγαινε πολύ! Πολύ! Ο ιδιοκτήτης μου! Που ήταν ο ιδιοκτήτης μου; Ξάφνου είδα την μυτερή άκρη από το ντεμοντέ σακάκι του να παλεύει με κάτι άλλα σακάκια, προφανώς για κάποιο καλό εμπόρευμα. Δεν είχα χρόνο για τέτοιες καθυστερήσεις! Ξελιγωμένος από ηδονή, πετάχτηκα μπροστά και τον τράβηξα με όλη μου τη δύναμη προς τα πίσω. «Πουλησέ με!» ούρλιαξα μέσα στο αυτί του «Πουλησέ με!!!!!!» ξαναούρλιαξα υστερικά μήπως και δεν καταλάβαινε τι του έλεγα. Δεν έπρεπε να χάσω ούτε δευτερόλεπτο. Έπρεπε να βρω τα χρήματα πάση θυσία! Εν τω μεταξύ τα γέλια των γυναικών ακούγονταν ακόμη προκλητικά και αυθάδη μέσα στα αυτιά μου! Μμμ..άρχισα να βογγάω σιγανά σαν να κυλιόμουν ήδη σε κάποιο κρεβάτι κάνοντας έρωτα..Θα πέθαινα..Θα πέθαινα...Το πέος μου κατακόκκινο, με το κεφάλι ήδη να υγραίνεται θα μπορούσε να μπει οπουδήποτε! Τέτοια ήταν η ερωτική λύσσα μου που δε με ένοιαζε τίποτα. Θα μπορούσα να το χώσω ακόμη και μέσα στο αυτί αυτού του πανύβλακα ιδιοκτήτη μου που με γουρλωμένα μάτια κοιτούσε το πέος μου, προσπαθώντας να καταλάβει τι με είχε πιάσει και το κουνούσα μανιασμένα πάνω κάτω, βογγώντας και μουγγανίζοντας. Και δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τι του έλεγα! Τα είχε χαμένα.


«Πουλησέ με! Πουλησέ με που να σε πάρει ο διάβολος!»


Τον ταρακούνησα γερά από το γιακά του και κόντεψα να τον πνίξω. Μπλάβιασε ολόκληρος, το προσωπό του μελάνιασε κι άρχισε να βήχει για να ρουφήξει ξανά αέρα στα πνευμόνια του. Θεέ μου! Που είχα πέσει! Το κορμί μου ίδρωνε τόσο ώστε δεν άντεχα, έπρεπε να ξεφορτωθώ κάποια ρούχα, πράγμα που έκανα αμέσως, μένοντας γυμνός από τη μέση και πάνω και εξακολουθώντας να τρελλαίνομαι με το πέος προτεταμένο. Και αυτές εκεί να γελάνε ακόμη και μάλιστα πολύ πιο προκλητικά από πριν. Φαίνεται πως η θέα του σκληρού σα σίδερο οργάνου μου τις είχε ερεθίσει και αυτές για τα καλά. Ήδη οι γλώσσες τους είχαν φουσκώσει σαν τη δική μου. Κανονικές τροφαντές τροφαντές μοσχαρίσιες γλώσσες. Πως θα μπορούσα να αρπάξω έστω μία από αυτές δίχως να πληρώσω τίποτα για να την πάρω; Μπορούσα άραγε; Έκανα ένα απελπισμένο εγχείρημα. Παράτησα τον ιδιοκτήτη μου και όρμησα προς τα εμπρός, επιχειρώντας να τραβήξω με το ζόρι μία από αυτές. Αμέσως ένα είδος διάφανου πλαστικού τζαμιού ενεργοποιήθηκε ανάμεσα σε μένα και στα ανθρώπινα εμπορεύματα ή ήταν ήδη ενεργοποιημένο χωρίς εγώ να το είχα διακρίνει από πριν. Κουτούλησα το κεφάλι μου και έκανα αμέσως πίσω ζυγίζοντας στα γρήγορα την κατάσταση. Όχι ήταν αδύνατον, δεν μπορούσα να αρπάξω καμία από αυτές.. Η απελπισία μου έγινε εντονότερη και το πέος μου μεγαλύτερο. Πως θα το κατεύναζα τώρα; Άρχισα να το χαίδευω όπως θα χάιδευα έναν εξοργισμένο φίλο για να ηρεμήσει, μα αυτό δεν έλεγε να ησυχάσει, αντιθέτως σε κάθε χάδι μου τεντώνονταν γεμάτο χυμούς . Το σώμα μου πάλλονταν από τα τινάγματα των ερωτικων σπασμών που μόνος μου πια προκαλούσα στον εαυτό μου. Οι ρώγες μου είχαν πεταχτεί σκληρές προς τα έξω και άρχισα να τις χαϊδεύω κι αυτές. Χάιδευα κάθε σημείο του σώματός μου πλέον. Ξάπλωσα στο πάτωμα, εκστασιασμένος από την απίστευτη ηδονή που με κατέκλυζε και άρχισα να αυνανίζομαι κανονικά. Τα ίδια μου τα βογγητά που έμοιαζαν με μουγκρητά μοσχαριού με ερέθιζαν ακόμη περισσότερο, μαζί με τα προσπερματικά υγρά που πασαλέιβονταν λίγα λίγα στο χέρι μου.


«Μα..μα..»


Ο όχι και τόσο έξυπνος ιδιοκτήτης μου ήρθε πάλι κοντά μου. Έτρεμε ολόκληρος. Προσπαθούσε κάτι να πει μα συνεχώς τραύλιζε κι ένα άκρως εκνευριστικό τικ τάραζε όλη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του, αναγκάζοντας τον να σφίγγει σφιχτά τα μάτια όσο μιλούσε και να τα ξανανοίγει διάπλατα.

«Μα..μα..τι..τι κά…τι.. κα..κανεις εκεί;»

Δεν του έδωσα καμία σημασία και συνέχισα απτόητος προς την αποκορύφωση. Δε με ενδιέφερε τίποτα, μόνο η ικανοποιησή μου, να μπορέσω να ηρεμήσω. Αν δεν το κατάφερνα δεν ξέρω τι θα έκανα. Τι ήμουν ικανός να κάνω. Πρώτη φορά ένοιωθα σαν ένα κανονικό ζώο.


«Σκάσε» του είπα μόνο.


«Μα..μα…εί…ει..είναι αδια..αδια..αδιανό..νονο..αδιανόητοτο!»


Τι κάφρος! Ούτε κάτω από τη γη στο πιο απίθανο μέρος όπου θα μπορούσε να φανταστεί άνθρωπος μπορούσα να αυτοικανοποιηθώ με την ησυχία μου! Παντού βλάκες ! Θα μπορούσα να τον σκοτώσω εκείνη την ώρα. Χωρίς να το περιμένει και με το ελεύθερο χέρι μου, κατάφερα και τον άρπαξα από τα μαλλιά. Χαμήλωσα το κεφάλι του κοντά στο φουσκωμένο πέος μου που πηγαινοερχόταν μέσα στην ζεστή παλάμη μου και σχεδόν το ακούμπησα επάνω του.


«Αν συνεχίσεις θα την πληρώσεις εσύ, μόνο αυτό σου λέω! Για αυτό βγάλε το σκασμό!»


Ελευθέρωσα τα μαλλιά του από το χέρι μου, μα αυτός δεν έλεγε να ξεκολλήσει από εκεί. Σωστός κρετίνος! Λίγο με ένοιαζε αν του άρεσε αυτό που έκανα. Άκουγα τα γέλια των τριών γυναικών μαζί με τα πνιχτά μικρά βογγητά του ερεθισμού τους και δε με ένοιαζε τίποτα. Αχ, τίποτα..τίποτα.. Συνέχισα μόνο συνέχισα..


Πάντα υπάρχει κάποιος μέσα στο τρένο που θα μιλάει δυνατά και ακατάπαυστα. Θα διηγείται γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του, θα αφηγείται ίσως το τι συνέβη στη διάρκεια της γεμάτης μέρας του, μπορεί κιόλας να δηλώνει απερίφραστα και κατηγορηματικά το πόσο βαθιά μισεί συγκεκριμένες φυλετικές ομάδες ή πόσο τον εκνευρίζει ένα πνιγμένο κουνούπι μέσα στον καφέ του. Το πρόσωπό του θα παίρνει ανάλογες εκφράσεις, θα χρωματίζει τον τόνο της φωνής του με το σωστό ποσοστό απέχθειας ή με το κατάλληλο είδος ενθουσιασμού, θα διακόπτει ορμητικός το συνομιλητή του και θα φροντίζει η φωνή του να ακούγεται μέχρι το διπλανό βαγόνι.


Κάθε φορά που συνταξίδευα με κάποιον παρόμοιο συνεπιβάτη συνήθιζα να δυσανασχετώ, να κάνω στα κρυφά μικρές γκριμάτσες αποστροφής, να ρίχνω πλάγιες ματιές στο προφίλ του και στον τρόπο που σταύρωνε τα πόδια του - στη φρικτή περίπτωση που καθόταν δίπλα μου-, ακόμη και να εύχομαι την ξαφνική και σαρωτική διάνοιξη μιας τρύπας στην οροφή του τρένου η οποία θα ρουφήξει επιλεκτικά αυτόν και μόνο αυτόν, σαν τεράστια ηλεκτρική σκούπα. Ως αφελής που είμαι όμως έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο γεγονός της απαραίτητης παρουσίας του μέσα στο βαγόνι μου – να τώρα, μόλις μπήκε ένας άντρας ντυμένος στα μπεζ με μια μακριά τσάντα κρεμασμένη χιαστί πάνω στο στήθος του, στέκεται όρθιος δίπλα μου, στητός στο διάδρομο ανάμεσα στις σειρές των καθισμάτων, αναποφάσιστος ως προς τα πού πρέπει να κατευθυνθεί, ποια θέση τον βολεύει περισσότερο, ποιο παράθυρο θα φυσάει πιο στοργικά επάνω του-. Οι άνθρωποι που φορούν μπεζ ρούχα ποτέ δε μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη. Γνωρίζω πως μια τέτοια παράλογη δήλωση, εντελώς αβάσιμη και στερούμενη οποιουδήποτε λογικού επιχειρήματος, είναι τουλάχιστον ηλίθια, παρολ’αυτά δεν μπορώ να αντισταθώ με τίποτε σε αυτήν την εσωτερική παρόρμηση που ουρλιάζει μέσα στο αυτί μου «ένας ηλίθιος, ένας ηλίθιος!» κάθε φορά που ένας άνθρωπος ντυμένος στα μπεζ θα παρεισφρήσει εντός του οπτικού μου πεδίου.


Όμως ξέφυγα και πήγα μακριά από αυτό που ήθελα να πω, έλεγα λοιπόν πως ως αφελής εθελοτυφλούσα μπροστά στη σημασία ενός τέτοιου συνταξιδιώτη. Ή ίσως και να μην είχε περάσει καν από το μυαλό μου. Το πόσο απαραίτητος ήταν, πόσο παρηγορητική ήταν αυτή η ακατάσχετη φλυαρία του, πόσο μελωδική στο βάθος της η αγενώς δυνατή φωνή του, καθώς όλοι οι επιβάτες βρισκόμασταν καθισμένοι στην κοιλιά του τεράστιου φιδιού, μισοκοιμισμένοι σε μια κατάσταση πτήσης στα σύνορα ανάμεσα στον κανονικό ρυθμό της αναπνοής και της αναπνοής του μεγάλου ύπνου. Το κεφάλι μας ακουμπούσε διστακτικά πάνω στο τζάμι κάθε φορά που το τρένο έμπαινε σφυρίζοντας μέσα στις σήραγγες, θαμπωνόμασταν από τις πολλαπλές αντανακλάσεις του εαυτού μας , ακούγοντας το υπόκωφο τραγούδισμα του μηχανοδηγού μα μην τολμώντας να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον για αυτόν. Ο καθένας ήταν σίγουρος πως ήταν ο μόνος που το άκουγε και πως κανένας άλλος δεν άκουγε τίποτα. Είναι μια σκέψη που κάνει το δέρμα να ανατριχιάζει. Έσφιγγα ασυναίσθητα την τσάντα μου πάνω στο στομάχι μου και προσποιούμενος πως δεν είχα αντιληφθεί κάτι το ξεχωριστό, κοιτούσα δήθεν περίεργος το ρολόι που είχα ξανακοιτάξει πριν πέντε λεπτά ή παρατηρούσα με προσοχή τα μακρινά πρόσωπα των απέναντι συνεπιβατών, προσπαθώντας να ανιχνεύσω πάνω σε αυτά την ίδια βουβή αγωνία που ένοιωθα κι εγώ…Για εκείνο το τραγούδι…Μπλεγμένο με τις ράγες, ερχόμενο απ’ το ξυστό ήχο του μετάλλου, ανακατεμένο με τις δειλές νότες μιας βαθιάς αντρικής φωνής που φαίνονταν να κατοικεί από πάντα μέσα σε αυτά τα τούνελ…


Μια φωνή που μέσα από τη μελαγχολία της τυλιγόταν γύρω από το λαιμό μου σαν ιστός αράχνης, έμπλεκε αργά και αριστοτεχνικά τα δίχτυα της και με έσφιγγε απαλά σα νανούρισμα ενός επερχόμενου θανάτου που όλο έτρεχε να με συναντήσει σε κάθε κλυδωνιζόμενη στροφή, σε κάθε υπόκωφο σφύριγμα της μηχανής αλλά διαρκώς έμενε πίσω όπως ο καθυστερημένος επιβάτης που απομένει τελευταίος, λαχανιασμένος στην αποβάθρα με το χαρτί του εισιτηρίου επικυρωμένο και χωμένο βιαστικά στην τσέπη του, κοιτώντας με θλιμμένη ζήλια τους ήδη επιβιβασμένους και βολεμένους στις θέσεις τους να ξεκινούν το ταξίδι τους. Ήμουν κι εγώ σε ένα ταξίδι, σε ένα διαρκές ασταμάτητο ταξίδι, όπως όλοι οι άνθρωποι, μόνο που εγώ, ξεχωριστά από τους άλλους ανθρώπους, -ναι το ένοιωθα τόσο καλά αυτό..- είχα τη φρικτή και αγωνιώδη επίγνωση του, να με βασανίζει εγείροντας μέσα μου συνεχή και αναπάντητα ερωτήματα, τη στιγμή που άλλοι άνθρωποι γύρω μου μπέρδευαν τα ταξίδια τους με περιπάτους ή ακόμη και με απλούς γύρους σε ένα πάρκο διασκέδασης ή με αγώνες δρόμου –υπήρχε πάντα αρκετή φαντασία ως προς τη μεταμφίεση ενός ταξιδιού- και συνεχώς κάποιος έτρεχε πίσω μου, αυτός που ήθελε να αρπάξει τις ανάσες μου, αυτός που μερικές φορές λαχταρούσα να τυλιχτώ με ασφάλεια στην αγκαλιά του, μα το ζεστό αιώνιο τραγούδι του, μέσα στις σήραγγες, με τρόμαζε τόσο ώστε να θέλω να μένω με το ζόρι ξύπνιος, ώστε να αποζητώ σαν τρελλός μερικές φορές τη σιγουριά μιας δυνατής και φλύαρης φωνής, μιας τέτοιας φωνής που θα ήταν ικανή από μόνη της σαν ένα δυνατό δόρυ να κρατήσει μακριά μου όλους τους κυνηγούς μου και πιο πολύ τη δική μου επιθυμία να παραδοθώ σε αυτούς.


Για αυτό το λόγο, πάντα φοβόμουν τον ήχο των τρένων που κινούνταν με ταχύτητα κάτω από τη γη και ταυτόχρονα με έθελγε τόσο πολύ το υπόγειο μούγκρισμά τους ώστε να τρέμω από προσμονή κάθε φορά που ένα από αυτά πλησίαζε την πλατφόρμα επιβίβασης. Οι πόρτες που άνοιγαν και έκλειναν σαν πέταλα σαρκοβόρου φυτού, περιμένοντας τα υποψήφια θύματά τους, το σιγανό βουητό του κόσμου, η αίσθηση του εδάφους σαν ιπτάμενο νησί πάνω από το κεφάλι μου, το γεγονός ότι ήμουν βαθιά θαμμένος στο σκοτάδι, αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, εάν κάποιο ατύχημα γινόταν, τα πρόσωπα των μηχανοδηγών που άλλαζαν βάρδιες ανέκφραστοι με επίσημο ύφος σαν να είχαν μόλις γυρίσει από κάποια δεξίωση εν πλω, όπου αυτοί οι ίδιοι οδηγούσαν τα πλεούμενα, τα τεράστια τζάμια που λειτουργούσαν σα διάφανοι καθρέφτες πολλαπλών ειδώλων..μα ναι..ήμουνα βέβαιος και είμαι βέβαιος ακόμη..Κάτω από πόδια μου εκτείνεται το δίκτυο του μεγάλου ύπνου, του αιώνιου λήθαργου που αν καταφέρει και με αρπάξει έστω για ένα λεπτό, θα με κρατήσει περιπλανώμενο μέσα στις στοές του για πάντα, μια πιθανότητα που δεν έχω ακόμη αποφασίσει αν είναι απεχθής ή θελκτική. Θα έπρεπε λοιπόν να αναπτύξω αντιστάσεις απέναντι σε μία τέτοια πιθανότητα. Να κάνω τον τόπο τον στοών, τις διακλαδώσεις των δικτύων του, σπίτι μου, σπίτι καλύτερο και από το φυσικό μου σπίτι, εάν υπάρχει κάτι τέτοιο. Να ψάξω εξονυχιστικά για τις πιο κρυφές γωνίες του και να γνωρίσω τον τρόπο που κατασκευάζει τους ιστούς του για να μπορέσω να κατασκευάσω ύστερα τους δικούς μου ιστούς, αυτούς που θα αναμετρηθούν ή θα συμπλεύσουν μαζί με τους πρώτους. Πόσο περίεργο πράγμα είναι να προχωρώ δίχως να ξέρω και ταυτόχρονα την ίδια στιγμή να αισθάνομαι πως έχω μέσα μου τη γνώση όλων των κόσμων.. Αυτή η γνώση και συνάμα αυτή η άγνοια είναι που με οδήγησαν σώο και ασφαλή μπροστά από την πόρτα που βρήκα κάτω από τον υπόγειο σιδηρόδρομο. Την ημέρα εκείνη που ανακάλυψα τυχαία το σημάδι της μαύρης σκόνης..


Βρίσκομαι ακόμη εγκλωβισμένος μέσα στο δίκτυο των στοών. Με αγόρασαν χίλια πρόσωπα και αγόρασα άλλα τόσα. Έκανα χίλιες βόλτες ξαπλωμένος πάνω στη ροδέλα και περπάτησα άλλες τόσες κάτω από αυτήν προσπαθώντας να αγοράσω εγώ κάποιους άλλους. Δε θυμάμαι καθόλου τα πρόσωπά τους και σίγουρα δεν θα θυμούνται κι αυτοί το δικό μου. Ο ήχος της τεράστιας μηχανής που λειτουργούσε ως κινούμενη λωρίδα ζωντανών εκθεμάτων έχει σβήσει πλέον από τα αυτιά μου. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα το συνταρακτικό μέσα του, ήταν ένας ήχος από αυτούς που ξεχνάω πολύ γρήγορα όταν περνάει έστω και ελάχιστη ώρα από τη στιγμή που τον έχω ακούσει για τελευταία φορά, ακόμη και αν είχε βασανίσει άγρια τα αυτιά μου. Κατά κοινή ομολογία ήμουν ένα σχετικά αδιάφορο κομμάτι, πολύ συνηθισμένος για τους περισσότερους, λίγο απαραίτητος για άλλους, εντελώς αδιάφορος για μερικούς. Όμως μπορώ κι εγώ μετά από τόσο καιρό, να πω με βεβαιότητα πως όλοι ήταν αδιάφοροι για μένα. Υπήρξαν παρολαυτά ορισμένα πρόσωπα που με έκαναν να σταματήσω επάνω τους τη ματιά μου για μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω, μα αυτό ήταν όλο. Λίγα δευτερόλεπτα προσοχής ίσως να με βοήθησαν κιόλας να τα βγάλω πέρα εκεί μέσα, αλλιώς θα είχα πεθάνει από πλήξη. Είδα αρκετούς να το κάνουν, οπότε γιατί όχι κι εγώ; Τους είδα να βγάζουν την τελευταία τους πνοή ενώ τσουλούσαν αργά πάνω στη ροδέλα, να ξαπλώνουν ανάσκελα κάτω και να δηλώνουν πως τώρα θα πεθάνουν –και πράγματικά αυτό γινόταν- να πλήττουν τόσο πολύ ώστε να παρακαλούν το θάνατο να έρθει να τους πάρει ή να χάνονται τόσο πολύ στα νεφελώματα του ίδιου τους του βλέμματος, ώστε κατέληγαν να τους καταπιεί η μηχανή που μέχρι πριν λίγη ώρα τους επιδείκνυε. Δεν είμαι έτσι, δεν ξαπλώνω ποτέ για να καλέσω το θάνατο και δεν θα το έκανα ποτέ. Είμαι ο θάνατος εξάλλου. Τον έχω μέσα μου τόσο καλά κρυμμένο που τελικά έχει γίνει η δεύτερη φύση μου, γιατί όχι κι η πρώτη; Ενοχλητικό αυτό που λέω; Βλακώδες; Υποκριτικό; Α, ναι, όσο για αυτό μπορεί! Η υποκρισία είναι σαν το θάνατο κι ο θάνατος σαν την υποκρισία, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ποτέ μου δεν μπορούσα να τα ξεχωρίσω. Μου άρεσε που υποκρίθηκα πως είμαι κάποιος άλλος, ένα εμπόρευμα για πούλημα και το πιο ενδιαφέρον και αστείο είναι ότι μπορεί και να είμαι αυτός ο άλλος. Καθόλου παράξενο βέβαια. Κανείς δεν είναι μόνο ένας, επαναλαμβανόμενος και πληκτικός εαυτός. Βρήκα την έξοδο του δωματίου εύκολα, ακριβώς γιατί οι στοές είναι χτισμένες μέσα στο ίδιο μου το σώμα, υψώνονται γυμνές και σκοτεινές μέσα σε κάθε φλέβα μου, μπλέκονται και μπερδεύονται η μία με την άλλη, σαν τρομερές αχόρταγες χοάνες σε όλα τα σημεία όπου ακούγονται και πάλλονται οι σφυγμοί μου. Μισώ τις εξόδους, δεν πιστεύω πως ήθελα να τη βρω, μα οδηγήθηκα μηχανικά σχεδόν. Κάτι από μέσα μου με παρακινούσε να εκτελέσω συγκεκριμένες κινήσεις και να ακολουθήσω προδιαγεγραμμένες διαδρομές. Μέσα στα σκοτάδια, όταν βγήκα από το πρώτο δωμάτιο, ήμουν ο μόνος που γνώριζε από πριν το που ακριβώς θα κινηθεί. Λες και όλες αυτές οι αγοραπωλησίες, λες και εκείνος ο αυνανισμός που δεν ήταν ο μοναδικός, να με έσπρωχναν ταχύτερα προς τα εκεί όπου έπρεπε να πάω. Όχι στην επιφάνεια, σε αυτήν δεν έχω ακόμη βγει και ελπίζω να μη βγω ξανά. Στην επόμενη πόρτα. Κινούμαι εδώ και χρόνια τώρα με άνεση στο δίκτυο, πέφτω συνεχώς πάνω σε πόρτες, δίχως να τρομάζω. Τις ανοιγοκλείνω με την ίδια ανέση που θα ανοιγόκλεινα τα παράθυρα στο δωμάτιό μου. Μπορώ να αγοράσω και να πουλήσω όποιον θέλω, δίχως να χρειαστεί να μπω στο ειδικό δωμάτιο αγοραπωλησιών ανθρώπων. Το πιο συναρπαστικό όμως είναι πως μπορώ να πουληθώ σε όποιον με θέλει, δίχως να κάνω παζάρια για την τιμή. Όσο πιο πολλοί θελήσουν να με αγοράσουν τόσο καλύτερα για μένα. Καμιά στοά δεν στέκεται αν δεν έχει γερά υποστυλώματα.Καμιά στοά δε συνεχίζει να υπάρχει αν δε μάθει πώς να χειρίζεται τις μυστικές φωνές..


image: Joe Sorren