Ο ίδιος δε φαινόταν να προσέχει τις εκδηλώσεις υστερικής λατρείας, που ξεσπούσαν έχοντας ως επίκεντρο τα σώματά μας και το μυαλό μας. Όλα είχαν γίνει μια μαλακή ζύμη στα χέρια του Λύδιου. Με ένα του φύσημα μπορούσε να δώσει πνοή στα πιο τρελλά παραληρήματα. Αυτό ήταν ο λόγος που τον λάτρευα. Ο,τιδήποτε μπορούσε να γίνει όταν εκείνος ήταν τριγύρω. Η εισοδός του σε ένα δωμάτιο, σήμαινε την αυτόματη κατάργηση των ορίων ανάμεσα στον κόσμο και σε ό,τι εκτείνονταν πέρα ή μέσα σε αυτόν. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν αλλά και να μη συμβούν. Όλα ήταν μια βεβαιότητα αλλά και μια ισχνή πιθανότητα. Κι ο εκείνος απολάμβανε τις εκρήξεις που η παρουσία του δημιουργούσε.
Όλοι μας ήμασταν τόσο απασχολημένοι να περιστρεφόμαστε σα μικροί τρελλοί πλανήτες γύρω από τον ήλιο, επιζητώντας απεγνωσμένα να αλλοιώσει κάθε εκατοστό της επιφάνειάς μας, ώστε κανείς δεν πήρε χαμπάρι σε τι ακριβώς ιστορίες άρχισε ο Λύδιος να μπλέκει.
Όσο εμείς ήμασταν απορροφημένοι με τις μανίες μας, ο θείος Λύδιος βαριεστημένος με το γεγονός ότι για μια ακόμη φορά γινόταν το επίκεντρο των ζωών μας, άρχισε να συσφίγγει τις σχέσεις του με κάποιους παλιούς φίλους του, βρίσκοντας προφανώς το ενδιαφέρον του να αναθερμαίνεται για τους ανθρώπους εκείνους που κάποτε είχαν μοιραστεί μαζί τις νεανικές ζωές τους. Φυσικά ο κόσμος ψιθύριζε ξανά για την αχαλίνωτη σεξουαλική ζωή του και για το πως επέστρεψε στις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις της νεοτητάς του, για τις οποίες δεν υπήρξε ποτέ κάποια συγκεκριμένη απόδειξη παρά μόνο φήμες. Κι ο Λύδιος αρέσκονταν στις φήμες. Τις έβρισκε πολύ διασκεδαστικές και αναγκαίες, για αυτό και τρελλαίνονταν στο να τις καλλιεργεί σπείροντας και θεριεύοντας συνεχώς τις υποψίες.
Ένα μεσημέρι, κι ενώ ήταν ακόμη 16 χρονών, φίλησε στο στόμα με όλη την μανία της ηλικίας του, έναν συμμαθητή του. Τα δύο αγόρια περπατούσαν αργά στον τεράστιο κήπο του σπιτιού του Λύδιου όταν ξαφνικά είδε με την άκρη του ματιού του, την Αλεξανδριανή να παίρνει τον καφέ της στο αίθριο. Ήταν ντυμένη στην τρίχα και παρόλο που η μέρα ήταν μουντή, η γιαγιά του φορούσε γυαλιά ηλίου κι ένα θεόρατο ολόλευκο καπέλο. Είχε ανοιχτό ένα βιβλίο μπροστά της, σχετικό με κλασσικούς συνθέτες, το οποίο ούτε είχε καν κοιτάξει εφόσον η προσοχή της ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς τα δύο αγόρια.
"Σκατόγρια" μουρμούρισε ο Λύδιος και όταν το άλλο παιδί τον ρώτησε αδιάφορα τι είπε, τότε ο Λύδιος γύρισε σα μανιασμένος κι έπιασε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Πριν το αγόρι προλάβει να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει, ο Λύδιος είχε κολλήσει τα χείλη του στα χείλη του, σφίγγοντας ταυτόχρονα σαν τρελλός τα ζυγωματικά του σα να ήθελε να τα συντρίψει. Σαν πρόσωπο τρομερού ζώου, το πρόσωπό του είχε γείρει σχεδόν δαγκώνοντας το άλλο πρόσωπο και τα κλειστά του βλέφαρα είχαν μια τέτοια λάμψη που ο συμμαθητής του παρέλυσε εντελώς και απέκτησε μια μεγαλόπρεπη στύση.
Η Αλεξανδριανή κοίταξε με τρόμο τα δύο παιδιά και το αριστερό της γόνατο άρχισε να τρέμει. Τα μάτια της στρογγύλεψαν και τα χείλη της μισάνοιξαν. Σιωπηλή γύρισε την επόμενη σελίδα του βιβλίου. Τα γράμματα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με αργές κινήσεις έφερε το ποτήρι με το νερό στο στεγνό της στόμα..
Ο Λύδιος παράτησε το συμμαθητή του το ίδιο απότομα όσο τον είχε αρπάξει και προχώρησε, ανέμελος, προς τη γιαγιά του.
"Καλημέρα γιαγιά" φώναξε με το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου και την άρπαξε από τους ώμους, σκάζοντας δυο υγρά παρατεταμένα φιλιά στα μάγουλά της.
"Τι διαβάζεις;" έκανε αδιάφορα και κάθησε δίπλα της.
Η Αλεξανδριανή αισθάνθηκε την υγρασία των χειλιών του εγγονού της πάνω στα μάγουλά της και προσπάθησε να χαμογελάσει ατάραχη. Πριν λίγα δευτερόλεπτα η υγρασία αυτή γεννήθηκε από το φιλί που είχαν ανταλλάξει τα δυο αγόρια. Η σκέψη της ήταν τόσο αποκρουστική που κρατήθηκε μετά βίας να μην σκουπίσει το πρόσωπό της.
image: Colette Calascione
το προηγούμενο μέρος εδώ


