Nov 14, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 41




Ο ίδιος δε φαινόταν να προσέχει τις εκδηλώσεις υστερικής λατρείας, που ξεσπούσαν έχοντας ως επίκεντρο τα σώματά μας και το μυαλό μας. Όλα είχαν γίνει μια μαλακή ζύμη στα χέρια του Λύδιου. Με ένα του φύσημα μπορούσε να δώσει πνοή στα πιο τρελλά παραληρήματα. Αυτό ήταν ο λόγος που τον λάτρευα. Ο,τιδήποτε μπορούσε να γίνει όταν εκείνος ήταν τριγύρω. Η εισοδός του σε ένα δωμάτιο, σήμαινε την αυτόματη κατάργηση των ορίων ανάμεσα στον κόσμο και σε ό,τι εκτείνονταν πέρα  ή μέσα σε αυτόν. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν αλλά και να μη συμβούν. Όλα ήταν μια βεβαιότητα αλλά και μια ισχνή πιθανότητα. Κι ο εκείνος απολάμβανε τις εκρήξεις που η παρουσία του δημιουργούσε. 


Όλοι μας ήμασταν τόσο απασχολημένοι να περιστρεφόμαστε σα μικροί τρελλοί πλανήτες γύρω από τον ήλιο, επιζητώντας απεγνωσμένα να αλλοιώσει κάθε εκατοστό της επιφάνειάς μας, ώστε κανείς δεν πήρε χαμπάρι σε τι ακριβώς ιστορίες άρχισε ο Λύδιος να μπλέκει.


Όσο εμείς ήμασταν απορροφημένοι με τις μανίες μας, ο θείος Λύδιος βαριεστημένος  με το γεγονός ότι για μια ακόμη φορά γινόταν το επίκεντρο των ζωών μας, άρχισε να συσφίγγει τις σχέσεις του με κάποιους παλιούς φίλους του, βρίσκοντας προφανώς το ενδιαφέρον του να αναθερμαίνεται για τους ανθρώπους εκείνους που κάποτε είχαν μοιραστεί μαζί τις νεανικές ζωές τους. Φυσικά ο κόσμος ψιθύριζε ξανά για την αχαλίνωτη σεξουαλική ζωή του και για το πως επέστρεψε στις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις της νεοτητάς του, για τις οποίες δεν υπήρξε  ποτέ κάποια συγκεκριμένη απόδειξη παρά μόνο φήμες. Κι ο Λύδιος αρέσκονταν στις φήμες. Τις έβρισκε πολύ διασκεδαστικές και αναγκαίες, για αυτό και τρελλαίνονταν στο να τις καλλιεργεί σπείροντας και θεριεύοντας συνεχώς τις υποψίες. 


Ένα μεσημέρι, κι ενώ ήταν ακόμη 16 χρονών, φίλησε στο στόμα με όλη την μανία της ηλικίας του, έναν συμμαθητή του. Τα δύο αγόρια περπατούσαν αργά στον τεράστιο κήπο του σπιτιού του Λύδιου όταν ξαφνικά είδε με την άκρη του ματιού του, την Αλεξανδριανή να παίρνει τον καφέ της στο αίθριο. Ήταν ντυμένη στην τρίχα και παρόλο που η μέρα ήταν μουντή, η γιαγιά του φορούσε γυαλιά ηλίου κι ένα θεόρατο ολόλευκο καπέλο. Είχε ανοιχτό ένα βιβλίο μπροστά της, σχετικό με κλασσικούς συνθέτες, το οποίο ούτε είχε καν κοιτάξει εφόσον η προσοχή της ήταν ολοκληρωτικά στραμμένη προς τα δύο αγόρια.


"Σκατόγρια" μουρμούρισε ο Λύδιος και όταν το άλλο παιδί τον ρώτησε αδιάφορα τι είπε, τότε ο Λύδιος γύρισε σα μανιασμένος κι έπιασε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Πριν το αγόρι προλάβει να διαμαρτυρηθεί ή να αντιδράσει, ο Λύδιος είχε κολλήσει τα χείλη του στα χείλη του, σφίγγοντας ταυτόχρονα σαν τρελλός  τα ζυγωματικά του σα να ήθελε να τα συντρίψει. Σαν πρόσωπο τρομερού ζώου, το πρόσωπό του είχε γείρει σχεδόν δαγκώνοντας το άλλο πρόσωπο και τα κλειστά του βλέφαρα είχαν μια τέτοια λάμψη που ο συμμαθητής του παρέλυσε εντελώς και απέκτησε μια μεγαλόπρεπη στύση.


Η Αλεξανδριανή κοίταξε με τρόμο τα δύο παιδιά και το αριστερό της γόνατο άρχισε να τρέμει. Τα μάτια της στρογγύλεψαν και τα χείλη της μισάνοιξαν. Σιωπηλή γύρισε την επόμενη σελίδα του βιβλίου. Τα γράμματα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με αργές κινήσεις έφερε το ποτήρι με το νερό στο στεγνό της στόμα..


Ο Λύδιος παράτησε το συμμαθητή του το ίδιο απότομα όσο τον είχε αρπάξει και προχώρησε, ανέμελος, προς τη γιαγιά του.


"Καλημέρα γιαγιά" φώναξε με το πιο λαμπρό χαμόγελο του κόσμου και την άρπαξε από τους ώμους, σκάζοντας δυο υγρά παρατεταμένα φιλιά στα μάγουλά της.


"Τι διαβάζεις;" έκανε αδιάφορα και κάθησε δίπλα της.


Η Αλεξανδριανή αισθάνθηκε την υγρασία των χειλιών του εγγονού της πάνω στα μάγουλά της και προσπάθησε να χαμογελάσει ατάραχη. Πριν λίγα δευτερόλεπτα η υγρασία αυτή γεννήθηκε από το φιλί που είχαν ανταλλάξει τα δυο αγόρια. Η σκέψη της ήταν τόσο αποκρουστική που κρατήθηκε μετά βίας να μην σκουπίσει το πρόσωπό της.


image: Colette Calascione


το προηγούμενο μέρος  εδώ

Nov 10, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 40



Ο τρίτος άνθρωπος που επηρεάστηκε, σωματικά, από την επιστροφή του Λύδιου ήταν η Αντιόχεια η οποία ξαφνικά άρχισε να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι της, μπροστά στον άντρα της και στους γιους της, γυμνόστηθη, συλλογιζόμενη με πραγματική ηδυπάθεια πόσο άρεσε αυτό στον Λύδιο. Συνήθως έτσι περπατούσε μπροστά του, προσφέροντάς του την απόλυτη θέα στο γυμνό ολοστρόγγυλο και βαρύ στήθος της. Ο Λύδιος μασούσε αργά το φάγητό του, σκούπιζε με μπατοναριστές κινήσεις τα καλογραμμένα χειλη του κι έπειτα τραβούσε κοντά του την Αντιόχεια και κολλούσε λαίμαργα το στόμα του στις θηλές της, γλύφοντας αργά και δαγκώνοντας. Η Αντιόχεια δεν γελούσε. Δεν ακουγόταν η παραμικρή φωνή από το στόμα της όταν ο Λύδιος την τραβούσε πάνω του. Παρακολουθούσε σχεδόν ανέκφραστη τα χείλη του και τα δόντια του να ρουφούν το στήθος της και μόνο όταν εκείνος σταματούσε για να αναπνεύσει, κοιτώντας τα μάτια της, έγερνε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας έναν μακρόσυρτο και πνιχτό αναστεναγμό να της ξεφύγει.
      
Ο Λύδιος πάντα απαιτούσε να βγάζει τη μπλούζα της και το στηθόδεσμό της όταν έμπαινε μέσα στο σπίτι του. Και τώρα η Αντιόχεια περπατούσε μισόγυμνη στις κρεβατοκάμαρες, στην κουζίνα και στο μπάνιο του σπιτιού της. Οι γιοι της κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια το στήθος, που κάποτε είχαν θηλάσει, να περιφέρεται απειλητικό και παράξενο μπροστά τους καθημερινά. Ο δικαστής κόντευε να παρανοήσει. Στην αρχή έβαλε τις φωνές και τη διέταξε να ντυθεί. Στο γεμάτο απάθεια βλέμμα της, που του έριξε ως απάντηση, αντέταξε τρέμοντας σύγκορμος  ένα δυνατό χαστούκι που ήταν μια χειρονομία εντελώς αντίθετη του χαρακτήρα του. Η Αντιόχεια του είχε ρίξει ένα ακόμη δυνατότερο χαστούκι και ακάθεκτη προχώρησε να συνεχίσει τις δουλειές της με τις σκούρες ρώγες ελεύθερες  να απορροφούν τις μυρωδιές των μπαχαρικών που γέμιζαν την κουζίνα. Ο άντρας της κατέληξε να φεύγει από το σπίτι όσες περισσότερες ώρες μπορούσε, παίρνοντας και τα παιδιά μαζί του. Τα παιδιά ρωτούσαν πολλές ερωτήσεις κι εκείνος έστεκε αμήχανος και εκνευρισμένος με την τρέλλα της γυναίκας του. Μουρμούριζε πως η μητέρα τους είναι πολύ ελευθερίων ηθών, εκείνα ρωτούσαν τι είναι το ''ελευθερίων ηθών'', αυτός απαντούσε ''θα μάθετε όταν μεγαλώσετε'' και τα έσερνε ακόμη πιο σφιχτά από τις μικρές τους παλάμες.


Ο Λύδιος ήταν σα να μάγευε τους πάντες. Όλοι ήμασταν υπνωτισμένοι υπό την περίεργη και αλλόκοτη επιρροή του. Άρκούσε ένα βαθύ βλέμμα του ή ένα μικρό χαμόγελό του για να προκαλέσει αλυσίδα αντιδράσεων σε όποιο ανθρώπινο σώμα βρίσκονταν πιο κοντά του. Κι εμείς είχαμε την ατυχία να βρισκόμαστε συνεχώς κοντά του. Οι συνέπειες ήταν μόνιμες και επίμονες στην παρουσία τους και στην επανάληψή τους. Ήταν σαν όλοι να καίμε από πυρετό. Σαν να μπορούσε να μας ρίξει στις φλόγες όλους μαζί κι έναν έναν και μετά να μας βγάλει τσουρουφλισμένους γελώντας για το θαυμάσιο παιχνίδι που είχε σκεφτεί.



το προηγούμενο μέρος εδώ
image:  Esao Andrews 

Nov 4, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 39 --τελευταίο μέρος α΄



Η επιστροφή του Λύδιου από το ψυχιατρείο σηματόδησε μια σειρά περιπλοκών και αλλοπρόσαλλων αλλαγών στη ζωή όλων μας.


Η μητέρα μου άρχισε να ψευδίζει με υστερικό τρόπο, κυρίως όταν βρίσκονταν κοντά στον πρώτο της ξάδελφο. Προσπαθούσε να χαμογελά ατάραχη για να μη δείχνει την ντροπή που ένοιωθε, όμως οι συλλαβές αρνούνταν να βγουν σε μια σωστή σειρά από τα χείλη της. Πρόφερε το ονομα του Λύδιου ως Δύλιο και το δικό μου ως Φαραήλ. Ήμουν πια ένας λησμονημένος απόγονος κάποιου βιβλικού προγόνου και τα βράδυα μπορούσα να τραγουδώ με τη λύρα μου στο παραθυρό μου. Με προέτρεπε να αγοράσω μια και να εξασκηθώ στους λαρυγγισμούς συνοδεία των χορδών που έτριζαν σαν καλοτεντωμένα δέρματα. Ένα βράδυ εμφανίστηκε με ένα παράξενο μουσικό όργανο που μου δήλωσε πως πρόκειται για αρχαίου μεσοποταμιακού τύπου λύρα -την έλεγε ''Ρυλα'''- και με παρακάλεσε να ξεκινήσω να αυτοδιδάσκομαι γιατί δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.


Είχε αρχίσει ήδη να της σαλεύει για τα καλά. Παρατήρησα πως όταν ο Λύδιος ερχόταν στο σπίτι μας, μου έκανε κρυφά νοήματα να φέρω τη λύρα και δάγκωνε τόσο σκληρά τα χείλη της όταν εκείνος  μιλούσε, ώστε τα έκανε να αιμοραγγούν.


"Πρέπει να διασκεδάζουμε τον καλεσμένο μας! Μην είσαι αγενής Φαραήλ! Την επόμενη φορά θα φέρεις τη ρύλα και θα παίξεις εκείνον το θεσπέσιο θλιμμένο σκοπό που παίζεις τα βράδυα.'' μου έλεγε όταν ο Λύδιος έφευγε.


''Μα δεν παίζω τίποτα τα βράδυα!'' διαμαρτυρήθηκα.


"Σκασμός Φαραήλ! Αν έπαιζες όμως, ξέρω πως θα έπαιζες ακριβώς αυτόν τον σκοπό."


''Είσαι παλαβή!" φώναζα και εξαφανιζόμουν για να μη βλέπω το υπεροπτικό ανασήκωμα των φρυδιών και το τερατώδες τρεμόπαιγμα των ρουθουνιών της που ανοιγόκλειναν σαν πέταλα σαρκοβόρου φυτού καθώς με κοιτούσε με γλαρή ειρωνεία από πάνω ως κάτω.


Όσο αφορά εμένα  η περιπλοκή ήταν σωματική.Τα μαλλιά μου σταμάτησαν να μακραίνουν όπως και τα νύχια μου. Ένας νεκρός ήταν πιο ζωντανός από μένα σε αυτό το θέμα. Ανήσυχος άρχισα να μετράω το μήκος των τριχών μου και να παρατηρώ τα νύχια μου σε όσο πιο δυνατό φως μπορούσα. Το δωμάτιο μου γέμισε λάμπες και μεζούρες. Κάθε μήνα μετρούσα τα μαλλιά μου και κάθε εβδομάδα τα νύχια μου. Όμως τίποτα. Και τα δυο είχαν νεκρωθεί. Τα μαλλιά άρχισαν να σκληραίνουν τόσο πολύ ώστε μπορούσα πλέον να τα τραβάω και να τα βγάζω τούφες τούφες όταν δεν είχα κάτι άλλο να κάνω. Κοιτούσα το καραφλό σημείο που λαμπύριζε με ευγενική απορία και αισθανόμουν το βάρος της τραγικότητας που μπορεί να κουβαλά ένα κομμάτι κρανιακού δέρματος. Συμπαθούσα όλα τα γυμνά σημεία του κεφαλιού μου που εγώ ο ίδιος δημιουργούσα και στο τέλος σκέφτηκα τι εκπληκτική σύλληψη θα ήταν να μείνω χωρίς ούτε μισή τρίχα και να αλλάζω περούκες. Κάθε μέρα θα μπορούσα να ντύνω με διαφορετικό τρόπο την εκτυφλωτική ιλαρότητα του κρανίου μου και να εκπλήσσω τους πάντες. Αφοσιώθηκα λοιπόν με πραγματική προσκόλληση στο να τραβάω τις τούφες των μαλλιών μου. Όμως καθώς δεν είχα υπολογίσει τον απρόβλεπτο παράγοντα της άρνησης κάποιων εξ αυτών να ξεριζωθούν, κατέληξα να έχω ένα κεφάλι που έμοιαζε με μουχλιασμένη επιφάνεια κάποιας υδαρής μάζας. Οι μαύρες θυσανωτές τούφες απλωνονταν σαν αποικία μαυριδερών αηδιαστικών μυκήτων, γύρω από τα αυτιά και στο πιο ψηλό μέρος του κεφαλιού. Ο θείος Λύδιος έλεγε πως το ψυχιατρείο μου είχε κάνει καλό και πως μου έδειξε τρόπους να προκαλώ καθαρόαιμη έκπληξη στους άλλους. Πλήρωνε για τις πανάκριβες περούκες μου αλλά και για το εβδομαδιαίο μανικιούρ πεντικιούρ των νυχιών μου τα οποία απο την ακινησία είχαν αρχίσει να σκληραίνουν και να κιτρινίζουν σα γλιτσιασμένες πέτρες. Οι γιατροί πάλι δεν μπορούσαν να δώσουν κάποιο όνομα στην περίεργη αυτή ασθένεια. Πιθανολογούσαν πως επρόκειτο για σωματική διαταραχή ψυχολογικής φύσης και πως μάλλον θα επανερχόμουν κάποια στιγμή στην παλιά μου κατάσταση. Οι μπούκλες μου θα άρχιζαν πάλι να φυτρώνουν σαν ακράτητα βοστρυχωτά κύματα και τα νύχια μου θα μεγάλωναν σαν ρωμαλέες οπλές κενταύρων. Όλα βασίζονταν στην ψυχολογία μου. Ειδικά όταν έμαθαν πως είχα νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο μαζί με τον Λύδιο κούνησαν όλοι μαζί τα κεφάλια τους σα χαρούμενες παιδικές κουδουνίστρες. Τι άλλο θα μπορούσα να περιμένω άραγε; Να σταματήσω να εκκρίνω σωματικά υγρά;


το προηγούμενο εδώ
image Joel Jones

Oct 31, 2009

got me!