Nov 10, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 40



Ο τρίτος άνθρωπος που επηρεάστηκε, σωματικά, από την επιστροφή του Λύδιου ήταν η Αντιόχεια η οποία ξαφνικά άρχισε να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι της, μπροστά στον άντρα της και στους γιους της, γυμνόστηθη, συλλογιζόμενη με πραγματική ηδυπάθεια πόσο άρεσε αυτό στον Λύδιο. Συνήθως έτσι περπατούσε μπροστά του, προσφέροντάς του την απόλυτη θέα στο γυμνό ολοστρόγγυλο και βαρύ στήθος της. Ο Λύδιος μασούσε αργά το φάγητό του, σκούπιζε με μπατοναριστές κινήσεις τα καλογραμμένα χειλη του κι έπειτα τραβούσε κοντά του την Αντιόχεια και κολλούσε λαίμαργα το στόμα του στις θηλές της, γλύφοντας αργά και δαγκώνοντας. Η Αντιόχεια δεν γελούσε. Δεν ακουγόταν η παραμικρή φωνή από το στόμα της όταν ο Λύδιος την τραβούσε πάνω του. Παρακολουθούσε σχεδόν ανέκφραστη τα χείλη του και τα δόντια του να ρουφούν το στήθος της και μόνο όταν εκείνος σταματούσε για να αναπνεύσει, κοιτώντας τα μάτια της, έγερνε το κεφάλι της πίσω αφήνοντας έναν μακρόσυρτο και πνιχτό αναστεναγμό να της ξεφύγει.
      
Ο Λύδιος πάντα απαιτούσε να βγάζει τη μπλούζα της και το στηθόδεσμό της όταν έμπαινε μέσα στο σπίτι του. Και τώρα η Αντιόχεια περπατούσε μισόγυμνη στις κρεβατοκάμαρες, στην κουζίνα και στο μπάνιο του σπιτιού της. Οι γιοι της κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια το στήθος, που κάποτε είχαν θηλάσει, να περιφέρεται απειλητικό και παράξενο μπροστά τους καθημερινά. Ο δικαστής κόντευε να παρανοήσει. Στην αρχή έβαλε τις φωνές και τη διέταξε να ντυθεί. Στο γεμάτο απάθεια βλέμμα της, που του έριξε ως απάντηση, αντέταξε τρέμοντας σύγκορμος  ένα δυνατό χαστούκι που ήταν μια χειρονομία εντελώς αντίθετη του χαρακτήρα του. Η Αντιόχεια του είχε ρίξει ένα ακόμη δυνατότερο χαστούκι και ακάθεκτη προχώρησε να συνεχίσει τις δουλειές της με τις σκούρες ρώγες ελεύθερες  να απορροφούν τις μυρωδιές των μπαχαρικών που γέμιζαν την κουζίνα. Ο άντρας της κατέληξε να φεύγει από το σπίτι όσες περισσότερες ώρες μπορούσε, παίρνοντας και τα παιδιά μαζί του. Τα παιδιά ρωτούσαν πολλές ερωτήσεις κι εκείνος έστεκε αμήχανος και εκνευρισμένος με την τρέλλα της γυναίκας του. Μουρμούριζε πως η μητέρα τους είναι πολύ ελευθερίων ηθών, εκείνα ρωτούσαν τι είναι το ''ελευθερίων ηθών'', αυτός απαντούσε ''θα μάθετε όταν μεγαλώσετε'' και τα έσερνε ακόμη πιο σφιχτά από τις μικρές τους παλάμες.


Ο Λύδιος ήταν σα να μάγευε τους πάντες. Όλοι ήμασταν υπνωτισμένοι υπό την περίεργη και αλλόκοτη επιρροή του. Άρκούσε ένα βαθύ βλέμμα του ή ένα μικρό χαμόγελό του για να προκαλέσει αλυσίδα αντιδράσεων σε όποιο ανθρώπινο σώμα βρίσκονταν πιο κοντά του. Κι εμείς είχαμε την ατυχία να βρισκόμαστε συνεχώς κοντά του. Οι συνέπειες ήταν μόνιμες και επίμονες στην παρουσία τους και στην επανάληψή τους. Ήταν σαν όλοι να καίμε από πυρετό. Σαν να μπορούσε να μας ρίξει στις φλόγες όλους μαζί κι έναν έναν και μετά να μας βγάλει τσουρουφλισμένους γελώντας για το θαυμάσιο παιχνίδι που είχε σκεφτεί.



το προηγούμενο μέρος εδώ
image:  Esao Andrews 

Nov 4, 2009

Λύδιος ξιφομάχος 39 --τελευταίο μέρος α΄



Η επιστροφή του Λύδιου από το ψυχιατρείο σηματόδησε μια σειρά περιπλοκών και αλλοπρόσαλλων αλλαγών στη ζωή όλων μας.


Η μητέρα μου άρχισε να ψευδίζει με υστερικό τρόπο, κυρίως όταν βρίσκονταν κοντά στον πρώτο της ξάδελφο. Προσπαθούσε να χαμογελά ατάραχη για να μη δείχνει την ντροπή που ένοιωθε, όμως οι συλλαβές αρνούνταν να βγουν σε μια σωστή σειρά από τα χείλη της. Πρόφερε το ονομα του Λύδιου ως Δύλιο και το δικό μου ως Φαραήλ. Ήμουν πια ένας λησμονημένος απόγονος κάποιου βιβλικού προγόνου και τα βράδυα μπορούσα να τραγουδώ με τη λύρα μου στο παραθυρό μου. Με προέτρεπε να αγοράσω μια και να εξασκηθώ στους λαρυγγισμούς συνοδεία των χορδών που έτριζαν σαν καλοτεντωμένα δέρματα. Ένα βράδυ εμφανίστηκε με ένα παράξενο μουσικό όργανο που μου δήλωσε πως πρόκειται για αρχαίου μεσοποταμιακού τύπου λύρα -την έλεγε ''Ρυλα'''- και με παρακάλεσε να ξεκινήσω να αυτοδιδάσκομαι γιατί δεν μπορούσε να περιμένει άλλο.


Είχε αρχίσει ήδη να της σαλεύει για τα καλά. Παρατήρησα πως όταν ο Λύδιος ερχόταν στο σπίτι μας, μου έκανε κρυφά νοήματα να φέρω τη λύρα και δάγκωνε τόσο σκληρά τα χείλη της όταν εκείνος  μιλούσε, ώστε τα έκανε να αιμοραγγούν.


"Πρέπει να διασκεδάζουμε τον καλεσμένο μας! Μην είσαι αγενής Φαραήλ! Την επόμενη φορά θα φέρεις τη ρύλα και θα παίξεις εκείνον το θεσπέσιο θλιμμένο σκοπό που παίζεις τα βράδυα.'' μου έλεγε όταν ο Λύδιος έφευγε.


''Μα δεν παίζω τίποτα τα βράδυα!'' διαμαρτυρήθηκα.


"Σκασμός Φαραήλ! Αν έπαιζες όμως, ξέρω πως θα έπαιζες ακριβώς αυτόν τον σκοπό."


''Είσαι παλαβή!" φώναζα και εξαφανιζόμουν για να μη βλέπω το υπεροπτικό ανασήκωμα των φρυδιών και το τερατώδες τρεμόπαιγμα των ρουθουνιών της που ανοιγόκλειναν σαν πέταλα σαρκοβόρου φυτού καθώς με κοιτούσε με γλαρή ειρωνεία από πάνω ως κάτω.


Όσο αφορά εμένα  η περιπλοκή ήταν σωματική.Τα μαλλιά μου σταμάτησαν να μακραίνουν όπως και τα νύχια μου. Ένας νεκρός ήταν πιο ζωντανός από μένα σε αυτό το θέμα. Ανήσυχος άρχισα να μετράω το μήκος των τριχών μου και να παρατηρώ τα νύχια μου σε όσο πιο δυνατό φως μπορούσα. Το δωμάτιο μου γέμισε λάμπες και μεζούρες. Κάθε μήνα μετρούσα τα μαλλιά μου και κάθε εβδομάδα τα νύχια μου. Όμως τίποτα. Και τα δυο είχαν νεκρωθεί. Τα μαλλιά άρχισαν να σκληραίνουν τόσο πολύ ώστε μπορούσα πλέον να τα τραβάω και να τα βγάζω τούφες τούφες όταν δεν είχα κάτι άλλο να κάνω. Κοιτούσα το καραφλό σημείο που λαμπύριζε με ευγενική απορία και αισθανόμουν το βάρος της τραγικότητας που μπορεί να κουβαλά ένα κομμάτι κρανιακού δέρματος. Συμπαθούσα όλα τα γυμνά σημεία του κεφαλιού μου που εγώ ο ίδιος δημιουργούσα και στο τέλος σκέφτηκα τι εκπληκτική σύλληψη θα ήταν να μείνω χωρίς ούτε μισή τρίχα και να αλλάζω περούκες. Κάθε μέρα θα μπορούσα να ντύνω με διαφορετικό τρόπο την εκτυφλωτική ιλαρότητα του κρανίου μου και να εκπλήσσω τους πάντες. Αφοσιώθηκα λοιπόν με πραγματική προσκόλληση στο να τραβάω τις τούφες των μαλλιών μου. Όμως καθώς δεν είχα υπολογίσει τον απρόβλεπτο παράγοντα της άρνησης κάποιων εξ αυτών να ξεριζωθούν, κατέληξα να έχω ένα κεφάλι που έμοιαζε με μουχλιασμένη επιφάνεια κάποιας υδαρής μάζας. Οι μαύρες θυσανωτές τούφες απλωνονταν σαν αποικία μαυριδερών αηδιαστικών μυκήτων, γύρω από τα αυτιά και στο πιο ψηλό μέρος του κεφαλιού. Ο θείος Λύδιος έλεγε πως το ψυχιατρείο μου είχε κάνει καλό και πως μου έδειξε τρόπους να προκαλώ καθαρόαιμη έκπληξη στους άλλους. Πλήρωνε για τις πανάκριβες περούκες μου αλλά και για το εβδομαδιαίο μανικιούρ πεντικιούρ των νυχιών μου τα οποία απο την ακινησία είχαν αρχίσει να σκληραίνουν και να κιτρινίζουν σα γλιτσιασμένες πέτρες. Οι γιατροί πάλι δεν μπορούσαν να δώσουν κάποιο όνομα στην περίεργη αυτή ασθένεια. Πιθανολογούσαν πως επρόκειτο για σωματική διαταραχή ψυχολογικής φύσης και πως μάλλον θα επανερχόμουν κάποια στιγμή στην παλιά μου κατάσταση. Οι μπούκλες μου θα άρχιζαν πάλι να φυτρώνουν σαν ακράτητα βοστρυχωτά κύματα και τα νύχια μου θα μεγάλωναν σαν ρωμαλέες οπλές κενταύρων. Όλα βασίζονταν στην ψυχολογία μου. Ειδικά όταν έμαθαν πως είχα νοσηλευτεί στο ψυχιατρείο μαζί με τον Λύδιο κούνησαν όλοι μαζί τα κεφάλια τους σα χαρούμενες παιδικές κουδουνίστρες. Τι άλλο θα μπορούσα να περιμένω άραγε; Να σταματήσω να εκκρίνω σωματικά υγρά;


το προηγούμενο εδώ
image Joel Jones

Oct 31, 2009

got me!



Oct 11, 2009

The writing game 1




paul fenniak 


One picture, two versions:


1: Mark Strutt



Being fully aware of what was about to happen didn't change a thing for her.  More than anything else she had the distinct knowledge that everything was lost. It wasn't about how it would look to others. No, this kind of thing never bothered her in the slightest . It was this unremitting feeling that way down deep she wanted things to happen just as they did. All night she had waited, even though she knew the waiting was in vane.  Her rain coat was just as unnecessary as everything else that night. Just one more inaccurate prediction by an error prone weather man. The past seemingly endless night of quiet was suddenly broken by a city waking up to a new day. A whole new set of possibilities, and some how she would need to pull herself together.  Lift herself off the spot she had been frozen to for hours.  Between the muffled sounds of shorebirds and passers by, they became her new found friends. They had an inherent air of practicality and predictability that began to filter out the cold truth. Tears were of no consequence anymore. They were over with. The only real precipitation that night had long since dried up, leaving mascara streaks on the curvature of blush enhanced cheeks.  Life seemed more strange than any writers fiction could ever be. " What will I do now " she thought, " where do I go from here ? "  Temptations of what might have been, still encircled her body, paralysing her from waist to toes. A pair of all weather rubber shoes bonded to the concrete, vulcanized beyond any ordinary adhesive glue known to science.


Just the common act of standing erect was turning out to be a Herculean undertaking, let alone the triumphant achievement of making it across the park to hail a taxi home.  Not showing up wasn't the main point that preoccupied her thoughts. It had more to do with how people can behave far differently than they offer to our expectations. Promises are not necessarily intentions. And it was within this area that her intuitive mechanisms seem to reach out and protect her from a most certain disappointment. So, " why did I show up "  the question was uncomfortable and perplexing, though intuitively galvanized.  But emotionally unreachable ? No, not at all ! she knew very well what it was.  This was about something few of us can avoid. The whole matter was entangled deep within that mysterious organ called the heart. The thing that knows nothing about rational behaviour or any sort of practicality. The fucking heart eh ? It will get you every time. Beating away like some perpetual machine, oblivious to life's everyday necessities. What the hell does the heart care about keeping a schedule or paying the rent on time? Nothing, not a fucking thing. Still, it was better this way. He wasn't her night in shining armour. He wasn't reliable and she knew it. She knew it all along, and when she put the whole thing under the ledger column of checks and balances, it was better this way. Yes, it really was all for the best.



Regina Boukoura



She would try to count, with her forehead wrinkles, the thoughts that had crossed her mind that particular day. Her hands timidly spread on the black bench, her brown handbag left on the edge ready to be pushed away and fall down, opening a hole on the pavement, her feet stuck together like two inseparable branches of the same tree. I could see her every morning from my hotel window. She was sitting there wearing her long transparent raincoat, still and solemn as if she was posing for an invisible painter. I would open my front window at 7 and she was there with her black trousers, looming out of the background fog as a city ghost. She was sitting like this for about 15 minutes. The statue in the raincoat, I was thinking, and then was staring, bewitched, her  big brown heavy shoes. There was something about these shoes that attracted me in a strange provokative way. They were the shoes of a mentally ill person. Lunatic people wear this certain type of shoes and these shoes were shouting for her craziness. Scary midnight shoes that were ready to talk or start dancing ancient vulgar dances.

After the fifteen minutes passed, she used to stand up and look around calmly and steadily. She would comb her hair with her fingers, I was guessing she had rough long fingers, and then she would take a small comb out of her bag and knee on the grass behind the bench. The seagulls were running towards her side and surrounding her like her personal army. She seemed to be whispering something to them but  I  was too far to be able to read her lips. And then she would start combing the grass, benting over it with real devotion and affection. Combed every weed and every tiny leaf back and forth as if it was the luscious hair of an imaginary son.

“Chestnut’’ I was saying to myself..’’Chestnut’’ I kept repeating constantly..Her hair was like chestnut.

One of these mornings I got down, crossed the street , sat next  to her on the bench and whispered, smiling, that I would like to comb her chestnut hair. She turned to me and seemed as if I had woken her up from the deepest sleep she could have been in. This kind of sleep that gives birth to giant apples rolling down  steep cliffs and crazy people running onto the surface of  talking rivers.

“Look” she said and turned her torso to the right. Her finger was pointing to the trees behind. Two young students were walking to the bus stop and one of them was laughing loudly. I saw her feet move instictively to the back, under the bench as
 if she was ashamed of her ugly shoes and was trying to hide them.

“You want to comb my hair but I want to comb these trees. Grass is soft and nice and can be combed easily. But sometimes my comb smells awful after combing and it’s full of green grass grease..Smell..smell’’

And with a quick move she took out the comb and sticked it under my nose.

“Yes it smells awful’’ I agreed very seriously. “But why do you want to comb the trees?’’

‘’Because noone can comb trees and I think they must feel bad about it..”

I smiled and asked for her comb. I began combing her tangled hair, softly and steadily.

“You said that I have chestnut hair..I like this” she said as she was giving her head in my hands..She didn’t complain about pain although the comb must have been hurting her as it was trying to untie the knots of her hairs.